Κυριακή 6 Μαΐου 2012

                          ΜΙΑ ΥΠΟΣΧΕΣΗ ΣΤΗ ΣΚΙΑ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ




                          ΚΕΦΑΛΑΙΟ 14


Η νυχτα αποδειχτηκε πολυτιμος συμμαχος στην προσπαθεια που εκαναν ν' αποφυγουν τυχον περσικες περιπολους που ειχε στειλει ο Δαρειος σαν εμπροσθοφυλακη. Οταν μαλιστα ξεκινησε και μια καταρρακτωδης βροχη ολοι το θεωρησαν σαν καλο οιωνο ερμηνευοντας την σαν μια φιλικη κινηση υποστηριξης απο τους θεους. Εφτασαν στο ποταμι την ωρα που ενα μουντο πρωινο φως προσπαθουσε απελπισμενα να κυριαρχησει στο χωρο. Η βροχη δεν ειχε σταματησει καθολου και ηδη ολοι ηταν μουσκεμα μεχρι το κοκκαλο και απιστευτα κουρασμενοι, παρ' ολα αυτα κανεις δεν ηταν διατεθειμενος να σταματησει εστω και για λιγο αν πρωτα δεν ειχαν την αισθηση οτι ηταν ασφαλεις. Ο ξενος, ο Κερμενων και ο Αλγινικος ερευνησαν εξονυχιστικα τις οχθες του ποταμου και αφου σιγουρευτηκαν για την ασφαλεια της διελευσης εκαναν νοημα και στους αλλους για να περασουν. Τωρα το ποταμι ηταν πια πισω τους και καθε μετρο που κερδιζαν τους εφερνε ολο και πιο κοντα στο ποθουμενο αποτελεσμα. Ειχαν ακομα δυο μερες δρομο μπροστα τους μεχρι το στρατοπεδο των Μακεδονων μα πλεον ολοι ενοιωθαν πως τα δυσκολα ειχαν ξεπεραστει.
                                            ---------------------------------
Το στρατοπεδο απλωνοταν σε μια κοιλαδα που βρισκοταν στους προποδες ενος λοφου. Απο την κορυφη αυτου του λοφου ο ξενος προσεξε πως ειχε σχημα ρομβου, κατι που τον παραξενεψε αρχικα μιας και δεν το ειχε ξαναδει, ομως οταν πλησιασαν αντιληφθηκε γρηγορα το γιατι.
Στην νοτια πλευρα του ρομβου ηταν ολοι εκεινοι που ασχολουνταν με οτιδηποτε αλλο εκτος απο την μαχη αυτη καθ' αυτην. Στις παμπολλες τεντες που υπηρχαν παραταγμενες αριστερα και δεξια ο ξενος αντικρυσε ενα ετεροκλητο πληθος που προσωρινα ειχε διακοψει τις ασχολιες του και τους παρατηρουσε κατα την εισοδο τους. Οι μαντεις, που συμβουλευαν τους στρατηγους στηριζομενοι πανω σε πεταγματα παραξενων πουλιων, κακοσημαδιων στα σπλαχνα ζωων, απροσμενες πτωσεις κεραυνων ηταν συγκεντρωμενοι σ' ενα σημειο, παντα προθυμοι να προσφερουν τις υπηρεσιες τους σ' οποιον τους το ζητουσε. Λιγο πιο περα, ολοκληρες ομαδες απο σοφους, διανοουμενους και φιλοσοφους που ακολουθουσαν την εκστρατεια με απωτερο σκοπο την καταγραφη των γεγονοτων ενω δεν ελειπαν ακομα και θεατρικοι θιασοι που στοχο ειχαν την διασκεδαση και την εξυψωση του ηθικου στο στρατευμα. Ειδε ακομα διασκεδαστες, γιατρους και θεραπευτες, αθλητες και καλλιτεχνες, γελωτοποιους και τραγουδοποιους ακομα κι εταιρες και παλλακιδες που συνεισεφεραν κι αυτες με τον τροπο τους στην ολη εκστρατεια.
                                             ---------------------------- 
Αμεσως μετα ηταν το στρατευμα, καταλαμβανοντας τις δυο πλευρες του ρομβου, αριστερα και δεξια. Πολλοι στρατιωτες χαιρετουσαν τον Κερμενωνα και τον Αλγινικο οπως και τους υπολοιπους Μακεδονες μα  αυτοι δεν εκοψαν καθολου κατευθυνομενοι στο βορειο μερος του ρομβου, εκει που οπως αποδειχθηκε τελικα βρισκονταν οι τεντες των αξιωματικων, των σωματοφυλακων, των στρατηγων και του ιδιου του Αλεξανδρου. Ξεπεζεψαν εξω απο την μεγαλυτερη τεντα που υπηρχε στο χωρο και ο Κερμενων με τον Αλγινικο ορμησαν μεσα φουριοζοι κανοντας νοημα σ' ολους τους αλλους να περιμενουν απ' εξω. Λιγα λεπτα αργοτερα ο Κερμενων βγηκε εξω κι εκανε νοημα στον ξενο να τον ακολουθησει. 
Ηταν επτα αντρες εκει, ολοι ντυμενοι με πληρη πολεμικη εξαρτηση, και ολοι καρφωσαν το βλεμμα τους στον νεοφερμενο. Ο Κερμενων ανοιξε την συζητηση.
-'Διχως αυτον τον ανθρωπο αμφιβαλλω αν σημερα θα ημασταν εδω μπροστα σας' ειπε κι εδειξε τον ξενο. Ο τελευταιος, θελοντας να προλαβει καθε σχολιο, απευθυνθηκε στον αντρα με τα πιο εντυπωσιακα ρουχα. 
-'Εσυ πρεπει να εισαι ο Αλεξανδρος' ειπε.
                                           ------------------------------
-'Οχι, εγω ειμαι ο Ηφαιστιωνας' απαντησε ο αντρας. -'Αυτος ειναι ο Αλεξανδρος' ειπε και ταυτοχρονα εδειξε με το χερι του αυτον που δυσκολα θα πιστευε κανεις οτι ηταν ο στρατηλατης αφου τιποτα πανω του δεν προδιδε κατι τετοιο.
-'Μην στεναχωριεσαι' ειπε ο Αλεξανδρος. -'Κι αλλες φορες εχει συμβει αυτο και μαλλον θα ξαναγινει' προσθεσε μ' ενα χαμογελο. -'Μα ειναι σαν να μιλας στον Αλεξανδρο οταν απευθυνεσαι στον Ηφαιστιωνα' ολοκληρωσε την φραση του θελοντας να βγαλει τον ξενο απο την δυσκολη θεση. -'Και οι υπολοιποι που δεν γνωριζεις ειναι ο Παρμενιων, ο Αμυντας, ο Περδικκας, ο Νικανορας και ο Πτολεμαιος, στρατηγοι και σωματοφυλακες μου. Εσυ εισαι ο'....
-'....Ο ανθρωπος που διχως αυτον οι υπολοιποι δεν θα ηταν εδω σημερα' ειπε ο ξενος ενω ταυτοχρονα ενα κυμα δυσφοριας πλημμυρισε την τεντα. Ο Αλεξανδρος φανηκε να ειναι ο μονος που δεν επηρεαστηκε. -'Σεβαστο το δικαιωμα σου' ειπε 'να μην θελεις ν' αποκαλυψεις τ' ονομα σου και κατα συνεπεια δεν θα σε ρωτησω ουτε απο που εισαι γιατι γνωριζω ηδη οτι δεν θ' απαντησεις. Ομως αυτο δεν αλλαζει το γεγονος οτι χαρις σε σενα οντως οι αντρες μου ειναι ζωντανοι και αυτο σε κανει καλοδεχουμενο εδω και φιλοξενουμενο μου για οσο θες'.
Ο ξενος κουνησε καταφατικα το κεφαλι, ευχαριστωντας ετσι τον Αλεξανδρο.
                                              ---------------------------
-'Ζητω την αδεια σου για μενα και τους αντρες μου ν' αποσυρθουμε' ειπε ο Κερμενων απευθυνομενος στον Αλεξανδρο. -'Με συγχωρεις Κερμενων' εκανε ο Αλεξανδρος 'ξεχασα τελειως οτι ειστε ολοι κατακοποι. Φυσικα και ν' αποσυρθειτε για ξεκουραση για οσο θελετε. Αυτο ισχυει και για σενα επισης' συμπληρωσε απευθυνομενος προς τον ξενο. -' Ο Αλγινικος θα σε οδηγησει στην τεντα σου. Μην διστασεις να ζητησεις οτι θελησεις, οπως σου ειπα εισαι φιλοξενουμενος μου για οσο το επιθυμεις'.
'Λιγες ωρες υπνου θα μου ηταν χρησιμες' ειπε ο ξενος. -'Σ' ευχαριστω και παλι'.
Ο Αλεξανδρος εκανε ενα νοημα που σημαινε αποδεσμευση και οι τρεις τους βγηκαν απο την τεντα. Ο Αλγινικος τον κοιταξε περιεργα αλλα περιοριστηκε στο να του ζητησει να τον ακολουθησει ενω ο Κερμενων, αφου μιλησε με τους υπολοιπους, απομακρυνθηκε κι αυτος μαζι με την Μεναγρη. Ο Αλγινικος του εδειξε την τεντα του και αποχωρησε διχως λεξη.
Ο ξενος μπηκε μεσα κι αφου σιγουρευτηκε οτι ηταν μονος εβγαλε τον κυβο. Ενα πλουσιο φως πλημμυρισε το χωρο δειχνοντας στον ξενο οτι αυτος που εψαχνε ηταν καποιος απ' τους αντρες που ειχε μολις συναντησει. Αυτο που απεμενε ηταν ν' ανακαλυψει ποιος απο τους επτα ηταν το πρωτο κομματι απο το αινιγμα που επρεπε να κανει δικο του.
                                            --------------------------
-'Δεν εχω καμια εμπιστοσυνη σ' αυτον τον ανθρωπο' ειπε ο Παρμενιων.
-'Ουτε κι εγω' προσθεσε ο Νικανορας. -'Υπαρχει κατι το παραξενο πανω του'.
-'Αν εννοεις τα ρουχα του, τοτε ναι, θα συμφωνησω οτι ειναι καπως περιεργα' πεταχτηκε ο Αμυντας. -'Ομως δεν μπορεις να κρινεις καποιον απ' το τι φοραει'.
-'Αυτο δεν εξηγει την απροθυμια του να μας πει απο που προερχεται. Ποσο μαλλον οταν αρνειται να μας πει πως τον λενε' συμπληρωσε ο Περδικκας.
-'Δεχομαι οτι αυτο το τελευταιο με ξενισε καπως' παρενεβη ο Ηφαιστιωνας. 'Παρ' ολα αυτα δεν ξεχναω οτι καποιοι δικοι μας βρισκονται στη ζωη και οχι στον Αδη χαρις σ' αυτον, καθ' ομολογια των ιδιων. Προσωπικα εμενα αυτο μου ειναι αρκετο'.
-'Ξερετε ολοι σας πως ο Κερμενων ειναι σαν αδελφος για μενα' ειπε ο Πτολεμαιος. -'Μη μου ζητατε να κρινω αρνητικα καποιον επειδη φερεται περιεργα για τα δικα μας δεδομενα την στιγμη που ειναι ο κυριος υπαιτιος για τ' οτι ο Κερμενων και οι αλλοι δεν βρισκονται στην βαρκα του Αχεροντα ποταμου αυτη τη στιγμη'.
-'Εσυ τι λες Αλεξανδρε για ολα αυτα' ? ρωτησε ο Παρμενιων.
Ολοι στραφηκαν προς την μερια του στρατηλατη περιμενοντας την απαντηση του. 
                                         ---------------------------------
-'Ο καθενας σας εστιαζει εκει που θελει και θα ηταν λαθος να πω οτι δεν εχετε τοσο δικιο οσο και αδικο. Ομως πιστευω οτι ημουνα ξεκαθαρος πριν οταν προσφερα στον ξενο την φιλια μου και την φιλοξενια μας. Περιμενω απ' ολους σας να τιμησετε αυτην μου τη δεσμευση κι ας γνωριζω πολυ καλα οτι δεν αισθανονται ολοι συμφωνοι μ' αυτο' ειπε ο Αλεξανδρος χτυπωντας φιλικα στον ωμο τον Νικανορα. -'Παρ' ολα αυτα, θα ηθελα καποιος να παρακολουθει τις κινησεις του ξενου μεχρι να σιγουρευτουμε εντελως οτι προκειται απλα για καποιο ιδιορυθμο ατομο και οχι κατι αλλο. Ειναι κατι που το αφηνω πανω σας. Επισης σκεφτομουν για μια συνεστιαση αποψε για να γιορτασουμε την επιστροφη των αντρων απο την Ισσο'.
-'Οχι ολων δυστυχως' ειπε χαμηλοφωνα ο Περδικκας. 'Καποιοι εμειναν πισω και τωρα ισως ειναι στα χερια του Δαρειου'.
-'Ισως να εχουν γλυτωσει, να μην τους βρηκαν. Ο Αλγινικος ειπε...' εκανε ο Νικανορας.
-'Πραγματικα πιστευεις οτι ζουν ακομα '? ρωτησε σε εντονο υφος ο Αμυντας.
'Δεν εχει νοημα να το συζηταμε τωρα πια' προσθεσε ο Πτολεμαιος. -'Οτι εγινε εγινε'.
-'Συμφωνω με τον Πτολεμαιο' προσθεσε ο Ηφαιστιωνας. -'Τιποτα δεν μπορουμε να κανουμε για ν' αλλαξουμε τις αποφασεις των θεων'.
-'Ας ειναι' μονολογησε ο Παρμενιων. -'Ειναι κατι αλλο που μας θελεις Αλεξανδρε' ?
Ο Μακεδονας κατακτητης εκανε ενα νευμα που σημαινε 'οχι' και συντομα απεμεινε μονος στην τεντα του. Αυτο που γυροφερνε συνεχως στο μυαλο του ηταν οτι θα επρεπε να ρωτησει τους μαντεις για το τι εβλεπαν σχετικα με την παρουσια του ξενου και ενα ασχημο προαισθημα αρχισε να γιγαντωνεται αργα μα σταθερα μεσα του.
                                               --------------------------------
Ο Πτολεμαιος του Σελευκου μπηκε στην τεντα του και σωριαστηκε πανω στ' απλωμενα στο εδαφος δερματα που ειχαν ρολο ανακλιντρου. Η Λυμφαια δεν ηταν εκει κι αυτο τον διευκολυνε για να βυθιστει, εστω και λιγο, στις σκεψεις του. Μολονοτι ειχε υποστηριξει ανοιχτα τον ξενο το σαρακι της αμφιβολιας μεσα του δεν τον αφηνε να εφησυχασει εντελως. Σιγουρα δεν ειχε καποια σχεση με τους Περσες μα απ' την αλλη τιποτα δεν απεκλειε το γεγονος οτι μπορει να ηταν ενας ακομα τυχοδιωκτης που ειχε σαν αποκλειστικο ενδιαφερον και σκοπο να υπηρετησει τα συμφεροντα του. Αυτο που τον μπερδευε περισσοτερο ηταν το οτι δεν υπηρχε καποιο οφθαλμοφανες συμφερον εδω για να υποστηριξει. Δεν ξεχνουσε οτι χαρις στις πολεμικες του δεξιοτητες ο Κερμενων και οι αλλοι ηταν ακομα ζωντανοι μα οι συγκεκριμενες αυτες γνωσεις ηταν κατι ακομα που ανηκε στο αλυτο μυστηριο που τον περιεβαλλε. Οπως και να ειχε, ενοιωθε ανακουφισμενος που ο κληρος για το ποιος θα παρακολουθει τις κινησεις του ξενου δεν ειχε πεσει σ' αυτον μα στον Νικανορα, ο οποιος μαλλον το επεδιωκε κιολας.
Οι σκεψεις του σκορπισαν τρομαγμενες απο την αποτομη εισοδο στην τεντα της Λυμφαιας και τα ματια του βυθιστηκαν στο ομορφοτερο θεαμα που ειχαν αντικρυσει απο την αρχη αυτης της εκστρατειας.
                                                ----------------------------
Η Λυμφαια ηταν μια απο τις εταιρες που ειχαν ακολουθησει την εκστρατεια απο την Πελλα και ο Πτολεμαιος την ειχε επιλεξει μολονοτι δεν ηταν η πιο εντυπωσιακη απ' ολες. Δεν το ειχε μετανοιωσει καθολου. Λεπτη κι αδυνατη ηταν, σαν την λευκα στην οχθη του ποταμου, μα δεν διεθετε και το υψος της. Δεν ηταν λιγες οι φορες που χαριτολογωντας ο Πτολεμαιος της ελεγε οτι αυτο που τον ειχε τραβηξει πανω της ηταν το μικρο της μποι, πραγμα που την καθιστουσε ευκολη στο να την μεταφερει μαζι του οπουδηποτε. Τα μακρια καστανα μαλλια της ηταν τραβηγμενα πισω αφηνοντας τα γλυκα χαρακτηριστικα του προσωπου της σε κοινη θεα. Τα ματια της, μαυρα σαν τον νυχτερινο ουρανο του Αυγουστου, αντανακλουσαν τα αισθηματα της για τον Πτολεμαιο ενω τα καλλη της το αποδεικνυαν στην πραξη οποτε το επιθυμουσαν και οι δυο.
Ξαπλωσε διπλα του και του χαιδεψε απαλα τα μαλλια.
-'Λοιπον, ποιος ειναι αυτος ο ξενος που εχει γινει το αντικειμενο συζητησης ολων' ? ρωτησε.
-'Δεν ξερουμε πολλα και μαλλον δεν θα μαθουμε περισσοτερα' απαντησε ο Πτολεμαιος. -'Μα τι σε νοιαζει εσενα ? Μηπως ειδες κατι που σου αρεσει' ? συμπληρωσε ενω η Λυμφαια σηκωνοταν και αρχισε να γεμιζει μ' εναν αμφορεα ενα πηλινο λουτηρα με νερο.
-'Αν δεν υπηρχες εσυ θα ελεγα οτι η γνωριμια μαζι του θα ηταν ενδιαφερουσα' απαντησε περιπαικτικα ενω συνεχιζε να προσθετει νερο στον λουτηρα.
Ο Πτολεμαιος πεταχτηκε ορθιος και την αρπαξε.
                                                   ---------------------------------
-'Ωστε ετσι, μικρη λαφινα της Αρτεμης' εκανε ενω την εσφιγγε στην αγκαλια του. 'Ο ξενος παρουσιαζει ενδιαφερον'.
-'Ναι, μα οχι για μενα' αποκριθηκε η Λυμφαια ενω παραλληλα του ξεκουμπωνε την πανοπλια. 'Η Θωιδα εκανε πολλες ερωτησεις σχετικα μ' αυτον και την ξερεις τωρα δα την Θωιδα ποσο επιλεκτικη ειναι' προσθεσε ενω ταυτοχρονα τον απαλλασε απο την βαρια φορεσια του.
-'Η Θωιδα' ? ρωτησε ο Πτολεμαιος. 'Αυτο καλλιστα ειναι η ειδηση της ημερας'.
-'Ισως και να ειναι' ειπε η Λυμφαια πετωντας και τα τελευταια του ρουχα στο πατωμα. 'Τωρα μπες εκει μεσα γρηγορα' προσταξε δειχνοντας τον λουτηρα.
Ο Πτολεμαιος υπακουσε σαν παιδι που μολις ειχε κανει σκανταλια και βυθιστηκε στο ζεστο νερο αφηνοντας ενα επιφωνημα απολαυσης. Η Λυμφαια πηγε πισω του και αρχισε με απαλες κινησεις να του χαιδευει τους μυς αναμεσα στην πλατη και το κεφαλι. Δευτερολεπτα μετα την επιασε απ' το χερι και την εφερε πλαι του. 
-'Το ξερεις οτι το μπανιο μαζι σου ειναι μια υπεροχη αισθηση' ψιθυρισε με βραχνη φωνη.
Η Λυμφαια χαμογελασε και εβγαλε με αργες κινησεις το ιματιο της. Δεν προλαβε να απαλλαγει και απ' τον χιτωνα της αφου ο Πτολεμαιος την τραβηξε μεσα στον λουτηρα.
Το λεπτο, διαφανο ρουχο βραχηκε αμεσως και κολλησε πανω στο κορμι της κανοντας ορατο και προκλητικο τον πειρασμο που εκρυβε απο κατω του. Η Λυμφαια σηκωσε τον βρεγμενο χιτωνα στο υψος των γοφων της και τον εψαξε μεσα στο νερο.
Ενα μικρο βογγητο απολαυσης ξεφυγε απο τα χειλη της οταν βρηκε την θεση της μεσα στην στενο λουτηρα. Εσκυψε μπροστα με τα ματια κλειστα και η γλωσσα της χωθηκε ανυπομονα στο στομα του ενω ενα κυμα ευφοριας την πλημμυριζε με αυξανομενη ορμη.
Τις πρωτες αναρχες μετατοπισεις του νερου διαδεχθηκαν ομοιομορφοι, ρυθμικα επαναλαμβανομενοι κυματισμοι απο την μια ακρη του λουτηρα στην αλλη καθως και οι δυο βυθιζονταν σταδιακα ολο και περισσοτερο στον κοσμο της απολαυσης και της ηδονης.





Παρασκευή 27 Απριλίου 2012

ΜΙΑ ΥΠΟΣΧΕΣΗ ΣΤΗ ΣΚΙΑ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ




                          ΚΕΦΑΛΑΙΟ 13


-'Δεν εχω δει ποτε κανεναν που να παλευει ετσι και να βγαζει εκτος μαχης μονος του τοσους αντιπαλους τοσο γρηγορα' ηταν οι πρωτες λεξεις που καταφερε να ψελλισει ο αποσβολωμενος Κερμενων. -'Εγω, ο Κερμενων, υπασπιστης και σωματοφυλακας του Αλεξανδρου του Μακεδονα, σου ορκιζομαι ξενε πως'......
-'Θα εχουμε καιρο γι αυτα αργοτερα' τον διεκοψε ο ξενος. -'Προς το παρον ας σιγουρευτουμε οτι δεν υπαρχουν αλλοι απο δαυτους' συνεχισε ενω τα ματια του ηταν καρφωμενα στην εισοδο.
-'Εχεις δικιο' συμφωνησε ο Κερμενων. -'Ολη η πολη ξερει οτι αυριο τα στρατευματα του Δαρειου θα βρισκονται στην Ισσο και τα κεφαλια μας θα ειναι περιζητητα σε οποιους θελουν να τα εχουν καλα μαζι του. Πρεπει να κινηθουμε γρηγορα'.
-'Εχουμε λιγες ωρες μπροστα μας' εκανε ο ξενος 'μεχρι να φωτισει. Υπαρχει καποιο σχεδιο η πρεπει να διαμορφωσουμε ενα τωρα ?'
-'Ηρθα εδω να βρω τους αντρες της νοτιας περιπολου' ειπε ο Κερμενων δειχνοντας ταυτοχρονα με μια θλιμμενη κινηση τα κομμενα κεφαλια των στρατιωτων 'για να βρουμε μεταφορικο μεσο για τους τραυματιες που συγκεντρωνει τωρα ο Αλγινικος στην κεντρικη πλατεια της πολης. Οπως ομως βλεπεις τα πραγματα δεν εξελιχθηκαν βαση του σχεδιου. Και εχω να παω και γω καπου να παρω καποιον που με περιμενει αλλα τωρα.....'.
'-Δεν θ' αλλαξει κατι σ' αυτο που σχεδιασες' ειπε ο ξενος αποφασιστικα. 'Πηγαινε εκει που εχεις να πας, θα κοιταξω εγω για μεταφορικο μεσο και βρισκομαστε στην πλατεια με τους αλλους σε μια ωρα' προσθεσε και κινησε για την εξοδο. Ο Κερμενων τον αρπαξε απ' το χερι.
-'-Γιατι τα κανεις ολα αυτα ? Γιατι με βοηθησες ? Ποιος εισαι ?'
Ο ξενος στραφηκε προς τα πισω μ'ενα αδιευκρινιστο χαμογελο να κυριαρχει στο προσωπο του.
-'-Ολα θ' απαντηθουν στην ωρα τους' ειπε. -'Μα τωρα προεχουν αλλα να γινουν. Σε μια ωρα στην πλατεια' επανελαβε και με γοργα βηματα χαθηκε στο σκοταδι.
                                           -------------------------------
Για Νοεμβρης μηνας το κρυο ηταν ηδη αρκετο, περισσοτερο ισως κι απ' τ' αναμενομενο. Ο ουρανος ηταν βαρυς, γεματος συννεφα που συνοφρυωμενα παρακολουθουσαν τις εξελιξεις στην πολη. Ο αερας παγωμενος, μουδιαζε τις σκεψεις και καλυπτε με απιστευτη ταχυτητα οτι ηταν εκτεθειμενο σ' αυτον. Εμπαινε με ορμη στα πνευμονια του ξενου γεμιζοντας τα και εξαπλωνοταν γοργα σε καθε σημειο του σωματος του αφηνοντας το αποτυπωμα του. Ομως αυτο δεν φαινοταν να τον ενοχλει, ισα ισα που ηταν καλοδεχουμενος μιας και του φρεσκαριζε τις σκεψεις που σαν τρελλες στροβιλιζονταν στο κεφαλι του. Ενα αφηρημενο συννεφο επετρεψε σ'ενα χλωμο, χτικιαρικο φεγγαρι να κανει για δευτερολεπτα αισθητη την παρουσια του πριν τα υπολοιπα, ενεργωντας αστραπιαια, το καλυψουν και παλι. Τα ελαχιστα αυτα δευτερολεπτα ηταν αρκετα για τον ξενο να δει την μαυρη αμαξα σε μια γωνια του δρομου. Πλησιασε γοργα και την εξετασε. Ηταν οτι ακριβως χρειαζοταν για την μεταφορα των τραυματιων. Δεν γνωριζε ποσοι ακριβως ηταν αλλα του ειχε δοθει η εντυπωση οτι μια ηταν αρκετη. Το μονο που χρειαζοταν ηταν δυο αλογα για να την συρουν και αυτος ο Κερμενων σιγουρα θα τα ειχε.
Εφτασε διπλα της και τραβηξε το ξιφος του. Χρειαστηκαν δυο δυνατα χτυπηματα στην μια ροδα για να την σπασει. Αφου σιγουρευτηκε οτι δεν υπηρχε τροπος επιδιορθωσης, ξεκινησε για την πλατεια που τον περιμεναν οι αλλοι.
                                          -----------------------------
Γρηγορα εντοπισε τον Αλγινικο αφου ηταν αυτος που μιλουσε και χειρονομουσε συνεχως προσπαθωντας να κρατησει τα πραγματα υπο ελεγχο. Σ' ολη την πλατεια υπηρχαν, αλλοι καθισμενοι αλλοι ξαπλωμενοι, γυρω στους τριαντα με τριανταπεντε στρατιωτες. Πολλων τα ρουχα ηταν ποτισμενα ακομα στο αιμα, δικο τους η οχι λιγη σημασια ειχε. Αλλοι ειχαν δεμενα κεφαλια, θωρακες, χερια και ποδια, αλλοι κουτσαιναν, αλλοι, εντελως ανημποροι, απλα ξαπλωμενοι, ειχαν αποθεσει στωικα την μοιρα τους στις δυνατοτητες των υπολοιπων.
Υπηρχαν γυρω στους δεκα που φαινοταν απολυτως ενταξει και βοηθουσαν τον Αλγινικο στο να τηρουνται οι εντολες που διαρκως εδινε. Ηταν καποιοι απ' αυτους που κινηθηκαν απειλητικα εναντιον του βλεποντας τον να πλησιαζει. Αυτο διολου δεν του εκοψε βημα.
-'Με στελνει ο Κερμενων' ειπε πριν ακομα τον φτασουν σε αποσταση βολης. 'Η φρουρα της νοτιου περιπολου ειναι νεκρη και δυστυχως δεν υπαρχει μεταφορικο μεσο για ολους αυτους' ειπε δειχνοντας τους τραυματιες. Το ονομα του Κερμενωνα ηταν αρκετο για να αποτρεψει καποια επιθετικη κινηση εκ μερους των στρατιωτων, παρ' ολα αυτα σχηματισαν εναν κυκλο γυρω του και τον οδηγησαν στον Αλγινικο. 
                                            ---------------------------
Του εξηγησε τι ακριβως ειχε συμβει με καθε λεπτομερεια. Ο Αλγινικος τον ακουγε με προσοχη μα η δυσπιστια πανω του ηταν εκδηλη σε καθε ερωτηση που εκανε και σε καθε απαντηση που λαμβανε. Τον ακουσε προσεκτικα μεχρι τελους εχοντας παντα τα ματια του καρφωμενα πανω στον ξενο. Τα ρουχα του ηταν κατι που δεν ειχε ξαναδει, μιλουσε Μακεδονικα διχως να ειναι Μακεδονας και κατι στην γενικοτερη σταση του δεν τον αφηνε να εφησυχασει. Παρ' ολα αυτα του ενεπνεε ενα αναμικτο συναισθημα σεβασμου και φοβου, διχως να μπορει να ξεκαθαρισει μεσα του ποιο κομματι ηταν αυτο που υπερτερουσε.
-'Θα περιμενουμε τον Κερμενωνα λοιπον' ηταν η ετυμηγορια του οταν δεν υπηρχε κατι αλλο να λεχθει. 'Καλα θα ηταν να επιβεβαιωσει αυτα που λες'.
Επιβεβαιωθηκαν ολα μιση σχεδον ωρα αργοτερα απο εναν λαχανιασμενο Κερμενωνα που εσερνε πισω του μια εξισου ασθμαινουσα Μεναγρη. Οι δυο αντρες μιλησαν κατ' ιδιαν για μερικα λεπτα, την ιδια στιγμη που η Μεναγρη, φανερα επηρεασμενη απο το κρυο προσπαθουσε με τ' αραχνουφαντα ρουχα της να προστατευθει απ' το ψυχος ενω ο ξενος φαινοταν να περιεργαζεται κατι που ειχε στον κορφο του. Η συζητηση ειχε τελειωσει και μ' ενα νευμα ο Κερμενων ζητησε να συγκεντρωθουν ολοι γυρω του. Ετσι κι εγινε.
                                          ---------------------------
-'Ξερετε ολοι τι αντιμετωπιζουμε' ειπε 'τα εχετε μαθει απο τον Αλγινικο. Δυστυχως το μοναδικο μεταφορικο μεσο που βρεθηκε ηταν αχρηστο' προσθεσε ριχνοντας μια φευγαλεα ματια στον ξενο που ανταπεδωσε με μια κινηση που απο την αρχη της ανθρωποτητας σημαινε 'ετσι το βρηκα, δεν φταιω εγω γι αυτο'. 'Ο χρονος που εχουμε δεν ειναι αρκετος να ψαξουμε για εναλλακτικο μεσο οποτε πρεπει εδω, ολοι μαζι, να βγαλουμε μια αποφαση για το τι θα κανουμε. Οποιος εχει κατι να πει ας το κανει τωρα'.
Την στιγμιαια βουβαμαρα εσπασε με κοφτη μεταλλικη φωνη ο Αλγινικος.
-'Πιστευω οτι ολοι συμφωνειτε πως σαν Μακεδονες το χρεος μας ειναι ν' αντιμετωπισουμε τους βαρβαρους, οσοι και να ειναι, με οποιοδηποτε κοστος, ακομα και με την ιδια μας τη ζωη. Κανεις δεν θα πει ποτε οτι οι Μακεδονες ειναι δειλοι και ετρεξαν να γλυτωσουν τον κινδυνο'.
Δεν μιλησε κανεις, ομως σαν ολοι να υπακουσαν μια αορατη εντολη σηκωσαν την δεξια τους γροθια προς τον ουρανο, σημαδι πως συμφωνουσαν απολυτα με τα λεγομενα του Αλγινικου.
-'Θα επικροτουσα απολυτα οτιδηποτε ακουστηκε αυτη τη στιγμη' ειπε ο ξενος κανοντας ενα βημα για να βρεθει στον κυκλο των παρευρισκομενων 'αν θα επρεπε να παραβλεψω την κοινη λογικη και την πρακτικη ουσια του ζητηματος. Και στην συγκεκριμενη περιπτωση, οι λεπτομερειες ειναι αυτες που με κανουν να υποστηριξω πως οτι ακουστηκε ειναι λαθος'.  
                                             ------------------------
Ο Κερμενων σηκωσε το χερι θελοντας να προλαβει τυχον διαμαρτυριες. -'Πες αυτο που νομιζεις' ειπε. -'Γιατι κανει λαθος ο Αλγινικος' ?
-'Κανεις σας δεν περιμενε οτι ο Δαρειος θα εφτανε στην Ισσο τοσο γρηγορα, αν καταλαβα καλα. Αν λοιπον ηταν για σας εκπληξη φανταζομαι οτι το ιδιο θα ισχυει και για το υπολοιπο στρατευμα. Προφανως ουτε εκεινοι ξερουν η υποψιαζονται οτι ο Δαρειος βρισκεται ηδη εδω. Απο την αλλη ειναι σιγουρο οτι ο Δαρειος δεν προτιθεται ν' αφησει κανενα ζωντανο να φυγει απο την πολη ακριβως για τον ιδιο λογο, για να μην ενημερωθει ο στρατος σας για το τι γινεται. Καταλαβαινω απολυτα οτι κανεις δεν θα παραδοθει και ολοι θελετε να πολεμησετε οσο μπορειτε, φοβαμαι ομως οτι το αποτελεσμα ειναι ηδη γραμμενο σε αστρα καθολου φιλικα για σας. Επιπλεον θα στερησετε την δυνατοτητα πληροφοριων που θα ηταν χρησιμες στον Αλεξανδρο εν οψη αυτης της μαχης'.
-'Τι προτεινεις λοιπον '? ρωτησε ο Κερμενωνας.
-'Οσοι μπορουν να ταξιδεψουν πρεπει να προσπαθησουν να διαφυγουν. Ετσι και πληροφοριες θα μπορεσουν να παρεχουν και σιγουρα θα εχουν την ευκαιρια τους στην επομενη μαχη'.
-'Και οσοι δεν μπορουν τι θ' απογινουν' ? ρωτησε με φωνη βαφτισμενη μεσα σε συγκαλλυμενη οργη ο Αλγινικος. -'Απλα τους παραταμε στο ελεος των Θεων' ?
-'Δεν εχουν καμμια πιθανοτητα να τα καταφερουν' συνεχισε ο ξενος. -'Θα μοιραστειτε την μοιρα τους αν μεινετε εδω, μια μοιρα πιο σκοτεινη κι απ' την νυχτα που κρεμεται πανω απο τα κεφαλια μας. Αυτο που λεω, οσο και ν' ακουγεται απανθρωπο, ειναι η μονη λυση'.
                                         -------------------------------
Του ζητησαν ν' απομακρυνθει οση ωρα εξεταζαν τα λεγομενα του. Το σεβαστηκε. Για το βαρος μιας τετοιας αποφασης η συζητηση εληξε πολυ γρηγορα. Ο Κερμενων του ζητησε να πλησιασει και ο ξενος υπακουσε. Απο την εκφραση του προσωπου του ηξερε ηδη τι θ' ακουγε.
-'Εχεις δικιο' του ειπε. 'Ακομα και οι τραυματιες συμφωνησαν πανω σ' αυτο. Ο μονος που εχει ενδοιασμους ειναι ο Αλγινικος αλλα θ' ακολουθησει κι αυτος τουτο το μονοπατι. Πες μου, εχεις καποιο σχεδιο στο μυαλο σου για το πως να κινηθουμε' ?. Ο ξενος κουνησε καταφατικα το κεφαλι του και του ζητησε να μιλησει στους υπολοιπους. Ο Κερμενων συμφωνησε.
-'Θα προσπαθησουμε να βγουμε απο την δυτικη πλευρα της πολης. Αν κατορθωσουμε να φτασουμε στο ποταμι θα τα εχουμε καταφερει. Επισης το δασος θα μας βοηθησει να καλυφθουμε κι ας ελπισουμε οτι θ' αποφυγουμε τις ομαδες κρουσης του Δαρειου. Οσο για σας,' ειπε δειχνοντας τους τραυματιες, 'βρειτε ενα οικημα να προστατευτειτε στην ακρη της πολης. Ισως στην βιασυνη τους να καταλαβουν την πολη σας προσπερασουν. Ισως....'.
Ολοι στραφηκαν στον Κερμενωνα. Ο τελευταιος κοιταξε την Μεναγρη, αυτη του χαμογελασε και αυτο ηταν το εναυσμα για ν' αρχισει να δινει εντολες.
-'Εγω και αλλοι τρεις θα φερουμε τ' αλογα. Αλγινικε, με τους υπολοιπους βοηθηστε τους τραυματιες να βρουν καποιο μερος να οχυρωθουν. Οσο για σενα ξενε, σου εμπιστευομαι κατι που εχει την ιδια βαρυτητα με την ζωη μου' ειπε κι εδειξε την Μεναγρη. Ο ξενος κουνησε καταφατικα το κεφαλι του, σημαδι πως ηταν συμφωνος.
                                             ------------------------------
Λιγα λεπτα χρειατηκαν να περασουν για να μεινουν μονοι τους στην πλατεια. Η Μεναγρη τον ρωτησε με τρεμουλιαστη φωνη απο το κρυο.
-'Πιστευεις οτι θα τα καταφερουμε' ?
-'Ειμαι σιγουρος γι αυτο' απαντησε ο ξενος ενω ταυτοχρονα εβγαζε την μπερτα του και την περνουσε γυρω απο τους παγωμενους ωμους της.
-'Πως εισαι τοσο σιγουρος' ? τον ξαναρωτησε η Μεναγρη που ενοιωθε σιγα σιγα την θερμοκρασια της να επανερχεται. 
-'Εχει να κανει με την συμφωνια που εκανες, την βοηθεια που κουβαλας μαζι σου, τον ανωτερο σκοπο που πρεπει να φερεις σε περας' απαντησε ο ξενος, περισσοτερο σαν ν' απαντουσε στον εαυτο του παρα στο ερωτημα της γυναικας. Η τελευταια τον κοιταξε περιεργα, ενοιωσε μια παγωμαρα που δεν προερχοταν απο τις χαμηλες θερμοκρασιες που επικρατουσαν και βυθιστηκε στις σκεψεις της. Ο καλπασμος των αλογων την επανεφερε στην πραγματικοτητα.
Ο ξενος βοηθησε την Μεναγρη ν' ανεβει στο αλογο του Κερμενωνα και στραφηκε προς το μερος του. -'Βρειτε τους αλλους και σε δεκα λεπτα ξεκινηστε για την δυτικη πυλη' ειπε.
-'Εσυ τι θα κανεις' ? ρωτησε ο Κερμενων.
-'Θα παρω το αλογο μου και θα προπορευτω' απαντησε ο ξενος. -'Θα φροντισω να σιγουρεψω οτι ο δρομος θα ειναι τελειως καθαρος. Ενας' ειπε προλαβαινοντας την φραση που ποτε δεν προλαβε να ξεστομισει ο Κερμενων 'κινειται πιο ευκολα κι ανετα απο πολλους. Εξ' αλλου, μπορω να προστατευσω τον εαυτο μου, οπως πολυ καλα ξερεις'.
Ο Κερμενων διστασε στιγμιαια, κουνησε καταφατικα το κεφαλι του και ξεκινησε προς το μερος που ειχε ακολουθησει ο Αλγινικος με τους αλλους.
                                            -----------------------------
Λιγα λεπτα αργοτερα οδηγουσε το αλογο του με χαλαρο καλπασμο προς την δυτικη πυλη της Ισσου αναλογιζομενος οσα ειχαν συμβει τις τελευταιες ωρες. Επρεπε με καθε τροπο να κρατησει στην ζωη τον Κερμενωνα, τον ανθρωπο που θα τον οδηγουσε στον στοχο του. Ο κυβος αποκτουσε το φως του μονο με την παρουσια του, οποτε ηταν ζωτικης σημασιας η επιβιωση του. Για τους αλλους λιγο ενδιαφεροταν. Δεν ηθελε να ερθει σε αντιπαραθεση με τον Αλγινικο, καταλαβαινε οτι δυνατη φιλια τους συνεδεε και θα ηταν εις βαρος του να τον εχει εχθρο του. Ομως στο θεμα των τραυματιων δεν μπορουσε να γινει αλλιως. Αν δεν κατεστρεφε την αμαξα τους ειχε ικανους να δοκιμαζαν να δραπετευσουν μαζι με τους ανημπορους τραυματιες και γνωριζε πολυ καλα τι θα σημαινε αυτο. Οτι μαζι με τους υπολοιπους θα χανοταν και ο κρικος του, ο Κερμενων, κι αυτο δεν μπορουσε να το επιτρεψει. Ολοι ηταν αναλωσιμοι και δεν θα δισταζε να εξαφανισει τον οποιονδηποτε εμπαινε στο δρομο του. Τουτη τη φορα θα θυσιαζονταν τριανταπεντε ψυχες, την επομενη ισως χρειαζοταν να θυσιαστουν χιλιαδες, μα και παλι δεν θα το σκεφτοταν καν. Ο Κερμενων θα ζουσε με οποιο κοστος συνεπαγοταν αυτο.
Ηταν οι σκεψεις του που τον ειχαν απορροφησει τοσο που δεν του επετρεψε να τους δει αμεσως παρα μονο οταν ειχε φτασει σε αποσταση λιγων μετρων. Ηταν οι φρουροι της δυτικης πυλης, εξι ψηλοι, γεροδεμενοι αντρες και τον ειχαν δει.
                                                 -----------------------------
Σταματησε το αλογο και ξεπεζευσε. Ηταν η αυτοπεποιθηση του, η σιγουρια που εξεπεμπε, που αιφνιδιασε τους ετσι κι αλλιως καταδικασμενους αντρες. Ο πρωτος ενοιωσε τη λεπιδα να χωνεται κατω ακριβως απο το αυτι του, να διαπερνα το κρανιο του και να κατακερματιζει τον εγκεφαλο του. Πριν ακομα βρεθει στο εδαφος, ο δευτερος που προσπαθησε να επιφερει ενα χτυπημα με το σπαθι του τον εχασε στιγμιαια απο το πεδιο της ορασης του και καταλαβε την ακριβη θεση του οταν σκυβοντας μπροστα ειδε τη λαμα του ξιφους να προεξεχει απο τον θωρακα του. Οι επομενοι δυο δοκιμασαν μια χιαστι επιθεση με την ελπιδα οτι καποιος απο τους δυο θα στεκοταν τυχερος. Κανεις απο τους δυο δεν μπορεσε να σταθει καν στα ποδια του. Μ' ενα επιδεξιο σκυψιμο απεφυγε τα σπαθια τους και με το δικο του διεγραψε μια καμπυλη που περασε ακριβως πανω απο τις καρωτιδες τους. Οι κραυγες τους που ανεβηκαν μεχρι τα κομμενα λαρυγγια τους πνιγηκαν στο αιμα και δεν ακουστηκαν ποτε. Ο πεμπτος εκανε ενα βημα μπροστα, οπισθοχωρησε, ξαναδοκιμασε να παει μπροστα μα δεν αποφασιζε να επιτεθει. Με τα ματια καρφωμενα στον εκτο που δεν ειχε μετακινηθει σπιθαμη απο την θεση του, περασε μπροστα απο τον πεμπτο, προσποιηθηκε κινηση προς τα δεξια και εκμεταλλευομενος την παγιδα που τον ειχε ριξει του επεφερε ενα καθετο χτυπημα στο απροστατευτο κεφαλι του ανοιγοντας το σχεδον στα δυο. Μετα σταματησε διχως ν' αποτραβηξει τα ματια του απο τον τελευταιο ενω ταυτοχρονα ακουσε πισω του καλπασμο αλογων.
-'Τ' ονομα μου ειναι Κερτιφανης' ειπε ο μεγοαλοσωμος εκτος αντρας. -'Το δικο σου δεν εχει καμμια σημασια μιας και σε λιγο το κουφαρι σου θα γινει γευμα για τα σκυλια. Μαθε οτι θα φτυσω στο αιμα σου'. Ηταν η τελευταια φραση που ειπε ποτε.
Το χτυπημα του με το σπαθι αποκρουστηκε ευκολα απο τον ξενο. Οχι ομως και το δικο του. Με μια αστραπιαια κινηση ανεβασε το δικο του ξιφος παραλληλα με το κορμι του αντρα. Το κρυο μεταλλο συναντησε το λαιμο κατω απο το πηγουνι του, διελυσε ευκολα ιστους, σαρκα και κοκκαλα και αφου πετσοκοψε οτι συναντησε στο διαβα του εμφανιστηκε περηφανο και ματωμενο στην πανω μερια του κρανιου του.
 Ο ξενος βαδισε προς την πυλη, την ανοιξε κι ανεβηκε παλι στο αλογο του την ωρα ακριβως που εφταναν οι αλλοι.
-'Ελατε πισω μου' ειπε και διχως χρονοτριβη αφησε το σκοταδι να τον καταπιει.




  

Πέμπτη 19 Απριλίου 2012

ΜΙΑ ΥΠΟΣΧΕΣΗ ΣΤΗ ΣΚΙΑ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ


                       ΚΕΦΑΛΑΙΟ 12

Του πηρε πολυ περισσοτερο χρονο απ' οτι και ο ιδιος πιστευε μεχρι ν' αρχισει να συνειδητοποιει εστω και τις βασικες λειτουργιες του κυβου Γιοντοκ. Στην αρχη απλα τον εβλεπε σαν εξαρτημα που θα τον βοηθουσε στην εκπληρωση του σκοπου του μα συντομα διαπιστωσε πως εκτος απο την επισημανση του φιδιου, πως πλεον αυτος και ο κυβος ηταν ουσιαστικα ενα, ο κυβος φαινοταν να διαθετει και μια δικη του, ξεχωριστη οντοτητα, που επισκιαζε και καθοδηγουσε τα βηματα του.
Την πρωτη αυτη διαπιστωση την εκανε σχεδον αμεσως μετα την πρωτη του επαφη μ' αυτο το αποκοσμο αντικειμενο. Οταν εσβησε το φως που εξεπεμψε την στιγμη της ενωσης τους βρεθηκε εκτος κτισματος, διπλα ακριβως απο τον Χαμπουμπ, με την μονη διαφορα πως πλεον, πλην του αλογου του, τιποτα αλλο δεν υπηρχε στην περιοχη. Το κτισμα ειχε ως δια μαγειας εξαφανιστει, σαν να μην ειχε υπαρξει ποτε. Ετσι, ενστικτωδως περισσοτερο, αποφασισε να παρει το δρομο για το Καντιθ, ευελπιστωντας πως με κατι τετοιο πια θα μπορουσε ν' αλλαξει τους υφισταμενους ορους. Εκανε λαθος.
                                           -------------------------------
Η αισθηση που αποκομισε τελικα, μετα απο παμπολλες, επανειλημμενες και αποτυχημενες προσπαθειες ηταν η ιδια ακριβως που ειχε βιωσει, πολλα χρονια πριν, στην ηλικια των δεκα ετων. Ηταν τοτε που μαζι με τ' αδελφια του ειχαν παει για μπανιο στην λιμνη Ναβερ και μετα απο μια παιδικη μα εντυπωσιακη μαχη μεσα στο νερο που ειχαν διεξαγει, ενοιωσε να γλυστρα απο το λαιμο του το μενταγιον που του ειχε χαρισει η μητερα του στα πρωτα του γενεθλια. Μολονοτι ηταν σιγουρος για το συγκεκριμενο σημειο που ειχε χαθει το μενταγιον, οσο κι αν εψαξαν μαζι με τ' αδελφια του δεν μπορεσαν ποτε να το βρουν. Η αρχικη εκεινη σιγουρια, οσο το μενταγιον παρεμενε αφαντο, υποχωρουσε σταδιακα δινοντας την θεση της στην αβεβαιοτητα με αποτελεσμα το περιορισμενο εμβαδον του σημειου που υποτιθεται οτι ειχε πεσει το κοσμημα ν' αυξανεται συνεχως μεχρι που πια η υποψηφια προς ψαξιμο εκταση να εχει σχεδον πενταπλασιαστει. 
Ετσι ακριβως και τωρα. Καθε φορα που πιστευε οτι πλησιαζε σε γνωριμα εδαφη διαπιστωνε πως ουδεμια σχεση δεν ειχαν μ' αυτο που θυμοταν. Οσο περισσοτερο προσπαθουσε τοσο περισσοτερο μια ομιχλη αμφιβολιας απλωνοταν στο μυαλο του. Καποια στιγμη καταλαβε το ματαιο της προσπαθειας και σταματησε. Επελεξε να επικεντρωθει πια στον κυβο.   
                                               --------------------------
Το φως που θα πλημμυριζε τον κυβο μολις βρισκοταν κοντα σε καποιον απο τους κατεχοντες τον γριφο το ειδε παρα πολλες φορες. Γρηγορα ομως διαπιστωνε πως δεν ηταν κατι αλλο παρα η προβολη της εντονης επιθυμιας του για να τον δει φωτισμενο δεδομενου πως δευτερολεπτα μετα τα εκστασιασμενα ματια του διαπιστωναν την πλανη. Πολλες φορες τον ειχε αφησει καπου και συνεχιζε τον δρομο του αναρωτουμενος τι θα συνεβαινε αν τον εγκατελειπε. Δεν προλαβαινε να μαθει αφου λιγα μετρα πιο περα ενοιωθε και παλι στον κορφο του την υπαρξη του. Ηξερε πια πως ακομα κι αν ο ιδιος ηθελε να τον αφησει, ο κυβος δεν θα επραττε το ιδιο.
Βεβαια δεν μπορουσε να παραγνωρισει και την θετικη πλευρα του. Ενα τσιμπημα φιδιου, απολυτα θανατηφορο πριν την υπαρξη του κυβου, ηταν απλα ενα μικρο σημαδακι που εξαφανιζοταν κι αυτο μετα την παρελευση καποιων δευτερολεπτων. Μια πτωση πανω σε κοφτερα βραχια απο υψος τουλαχιστον τριαντα μετρων μετα απο μια αποτυχημενη αποπειρα αναβασης δεν την ενοιωσε παρα σαν ενα φιλικο χτυπημα στην πλατη. Ηξερε πως τιποτα δεν μπορουσε να τον βλαψει, αφηνοντας ενα μικρο περιθωριο αμφιβολιας για το τι θα συνεβαινε αν ποτε ο ιδιος στρεφοταν εναντια στον εαυτο του.
                                           -------------------------------------
Ηταν οι τελευταιες μερες μιας ανοιξης οταν βιωσε την πρωτη απωλεια, μια απωλεια για την οποια καθολου δεν ηταν προετοιμασμενος. Μπορει ο ιδιος να ηταν αθανατος, να μην ειχε προστεθει καμμια ρυτιδα πανω του η ασπρη τριχα αλλη να μην ειχε κανει την εμφανιση της μα δυστυχως αυτο αφορουσε μονο τον ιδιο. Ο Χαμπουμπ αφησε την τελευταια του πνοη στα χερια του μια τετοια μερα που τα παντα εσφυζαν απο ζωη, υποκυπτοντας σ' ενα φυσικο νομο που πια το αφεντικο του ειχε προσπερασει. Τα μεγαλα, μαυρα ματια του που δεν σταματησαν να τον κοιταζουν με αγαπη και λατρεια παρα μονο οταν η οριστικη του ανασα τον εγκατελειψε σφαλισαν αφηνοντας τον τελειως μονο. Περασε ωρες κρατωντας στην αγκαλια του το κεφαλι του αλογου μ' ενα βουβο κλαμα να του συνταρασσει το κορμι. Ηταν ο τελευταιος κρικος που τον ενωνε με κατι που σιγα - σιγα ειχε την αισθηση οτι γλυστρουσε στη δινη του χρονου. Ηταν το παρελθον του, το παρον του και θεωρουσε δεδομενο πως θα ηταν μερος κι απο το μελλον του.
Η τελευταια αυτη λανθασμενη διαπιστωση τον κουρελιασε ψυχικα. Εθαψε τον Χαμπουμπ στην κορυφη ενος χορταριασμενου απο την ανοιξη λοφου, για να εχει για καληνυχτα το νανουρισμα απο το θροισμα του αερα στο γρασιδι και για καλημερα να υποδεχεται την πρωτη ακτινα του ηλιου που θα φωτιζε το μνημα του. Εκεινη την μερα κατι ειχε αλλαξει μεσα του.
                                       ------------------------------------------
Συνεχισε να περιπλανιεται σε μερη αγνωστα, σε τοπους που δεν φανταζοταν οτι υπηρχαν ακολουθωντας τυχαιες πορειες μην εχοντας καποια καθοδηγηση απ' τον κυβο. Η εμπειρια με τον Χαμπουμπ τον διδαξε να μην δενεται πια με κανεναν και τιποτα, ετσι το επομενο αλογο του δεν ηταν τιποτα περισσοτερο απο ενα απλο μεσο μεταφορας, αναλωσιμο και αντικαταστασιμο.
Αυτο το μεσο τον εφερε καποια στιγμη σε μια πολη που του ονοματισαν Ιερουσαλημ. Βασιλιας ηταν τοτε καποιος που λεγοταν Σολομωντας. Χαρη στις γνωσεις του απο τ' ατελειωτα ταξιδια του ο ξενος βρεθηκε συμβουλατορας του ιδιου του βασιλια. Ηξερε ομως πως δεν θα μπορουσε να μεινει πολυ στην πολη φοβουμενος το αντικτυπο που θα ειχε οταν καποιος ανακαλυπτε πως δεν γερνουσε ποτε. Παρ' ολα αυτα, ηταν αυτος που εδωσε την λυση στον βασιλια οταν κατα την επισκεψη της βασιλισσας του Σαβα, ο τελευταιος του εκμυστηρευτηκε πως ηθελε να την κανει δικη του, εστω και για ενα βραδυ. Το τεχνασμα που του προτεινε ο ξενος απεδωσε καρπους και ο ευτυχισμενος βασιλιας του υποσχεθηκε αμυθητους θησαυρους αν παρεμενε για παντα μαζι του σαν συμβουλος του. Ο ξενος τον ευχαριστησε μα του ηταν αδυνατον να δεχτει. Ο Σολομων το αποδεχτηκε με βαρια καρδια και ετσι απλα ενα βραδυ ο ξενος χαθηκε.
                                         -------------------------------
Περασαν χρονια πολλα διχως καμμια εξελιξη. Ο κυβος του προσθετε ενοραση κι αντιληψη, δινοντας του την δυνατοτητα ν' αντιληφθει πραγματα που καποτε θα του ηταν αδιανοητα, ομως ουτε βημα δεν ειχε συντελεστει οσον αφορουσε την προοδο της αποστολης του. Καποια στιγμη η μοιρα τον εφερε στην πολη της Βαβυλωνας. Ο Ναβουχοδονοσωρ ο Β' ηταν τοτε ο ηγεμονας με βασιλισσα την Αμυιτη. Η τελευταια, προερχομενη απο χωρα με πλουσια βλαστηση, την Μηδια, νοσταλγουσε τα ευφορα εδαφη της κι ηθελε να τρεφεται με τα φυτα που φυτρωναν εκει. Ομως κατι τετοιο δεν μπορουσε να το εχει στην Βαβυλωνα. Στην απογνωση του ο Ναβουχοδονοσορας ζητησε την συμβουλη του ξενου. Ο τελευταιος του ανεπτυξε μια ιδεα που αν γινοταν πραγματικοτητα θα ελυνε το προβλημα. Βεβαια το να φτιαχτουν εξωτερικοι, κρεμαστοι κηποι ηταν κατι το φαινομενικα αδυνατον, ιδιως σε μια τοση ξερη και ανυδρη γη. Ομως ο Ναβουχοδονοσωρ ηταν αποφασισμενος να κανει την Αμυιτη ευτυχισμενη και ξεκινησε την υλοποιηση της ιδεας του ξενου, παντα με την συμβολη του. Μολονοτι πηρε πολυ χρονο, αυτο που εμοιαζε προιον μιας καλπαζουσας φαντασιας, εγινε πραγματικοτητα. Για μια ακομη φορα ο ξενος αρνηθηκε ολες τις πλουσιοπαροχες προσφορες του βασιλια και επελεξε να εγκαταλειψει την πολη μετα το περας αυτου του ασυλληπτου εργου. Ενοιωθε πως το ισχνο χερι της απογοητευσης ειχε αρχισει να βαραινει επικινδυνα πανω του. Επρεπε να κοιταξει τα επομενα βηματα του.
                                         ------------------------------------
Μετα απο καιρο ειχε την αισθηση πως ο κυβος καθοδηγουσε την πορεια του. Τον αφησε να τον παρασυρει διχως να προβαλλει αντισταση. Ετσι δεν παραξενευτηκε καθολου οταν συναντηθηκε με τον Σινταρτα Γκοταμα, οπως του συστηθηκε, ενω διεσχιζε ενα τμημα ατελειωτων πεδιαδων προς τα βορεια. Ο εβδομηνταρης αυτος γερος ειχε μια δικη του αντιληψη σχετικα με το τι συνεβαινε γυρω του. Ειχε αναπτυξει μια φιλοσοφικη δομη που ο ξενος δεν ειχε συναντησει ξανα. Ζουσε μια ασκητικη ζωη, δινοντας την εντυπωση πως τιποτα το υλικο δεν τον αφορουσε. Το λιγο χρονικο διαστημα που ο ξενος εμεινε μαζι του ειχε την ευκαιρια ν' ανταλλαξει αποψεις και γνωμες για πολλα θεματα, απεφυγε ομως να του εκμυστηρευτει ολα αυτα που του ειχαν συμβει απο τοτε που ο κυβος ειχε μπει στη ζωη του. Στην ερωτηση του δε αν γνωριζε τον κυβο Γιοντοκ, ο γεροντας του απαντησε αρνητικα. Γρηγορα αντιληφθηκε πως δεν θα μαθαινε κατι περισσοτερο παραμενοντας εκει, ομως δεν τον ενοχλουσε η παρεα του παραδοξου γερου και ισως να παρετεινε την παραμονη του εκει για μεγαλυτερο χρονικο διαστημα αν ενα πρωι δεν διαπιστωνε πως ο κυβος ειχε αποκτησει χρωμα. Αχνο μεν, μα πραγματικο χρωμα.
                                            -----------------------------
Ηταν ενα ταξιδι που εμοιαζε να μην εχει τελος. Οι εποχες διαδεχονταν η μια την αλλη και ο ξενος, παντα με πυξιδα τον κυβο συνεχιζε την πορεια του. Οποτε παρεκκλινε το φως αδυνατιζε, οποτε επανερχοταν στο σωστο δρομο, που δεν τον ηξερε εξ' αρχης, το φως επανερχοταν κι αυτο.
Ουσιαστικα σταματησε μονο για να ρωτησει το ονομα της πολης που φαινοταν οτι θα εβρισκε τον πρωτο κρικο. Στην Ισσο λοιπον θα αρχιζε να ξετυλιγεται το κουβαρι. Το φως παρεμενε σταθερο κι αναλλοιωτο. Ηξερε οτι θα του επαιρνε καποιο χρονο μεχρι να εβρισκε σε ποιον αντιστοιχουσε, ετσι προετοιμαστηκε αναλογα. Καθε μερα δοκιμαζε τα πλεον πολυσυχναστα μερη με την ελπιδα οτι θα στεκοταν τυχερος. Και ενα βραδυ σταθηκε.
Επινε το κρασι του σε καποιο καταγωγιο αφου πρωτα ειχε γινει μαρτυρας της εν ψυχρω δολοφονιας τεσσαρων στρατιωτων, αγνωστου προελευσεως, απο μια παρεα που εμοιαζαν με Καρδακκες. Ο κυβος ελαμψε ακομα περισσοτερο με την εισοδο καποιου ντυμενου οπως και οι τεσσερεις που μολις ειχαν σφαγιαστει. Παρ' ολα αυτα, ηξερε πως δεν ηταν αυτος που εψαχνε. Ο κυβος απλα του ελεγε πως αυτος ομως ηταν ο ανθρωπος που θα τον οδηγουσε στον στοχο του. Επρεπε λοιπον να μεινει ζωντανος παση θυσια. Κι αυτο ηταν κατι που μπορουσε να καταφερει.
Σηκωθηκε αποφασισμενος απο το τραπεζι που καθοταν ενω ο θανατος παιγνιδιζε στα ματια του. Οι αντρες αυτοι ηταν νεκροι, απλα δεν το ηξεραν ακομα.

Τετάρτη 11 Απριλίου 2012

ΜΙΑ ΥΠΟΣΧΕΣΗ ΣΤΗ ΣΚΙΑ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ




                            ΚΕΦΑΛΑΙΟ 11

Εσκυψε απο πανω της με ματια θολα απο το παθος και αναζητησε τα χειλη της. Του ηταν αδυνατον να χορτασει το κορμι της κι ας το ειχε διατρεξει ολο, με καθε δυνατο τροπο, σπιθαμη προς σπιθαμη εδω και τοση ωρα. Ο ιδιος ο χρονος φαινοταν να ειχε παγωσει και μαρμαρωμενος, σε καποια γωνια, τους παρακολουθουσε αμιλητος. Κατεβηκε προς την καμπυλη του λαιμου της αφηνοντας στο διαβα του ενα μικρο, στενο μονοπατι υγρης φλογας. Ενοιωσε το αριστερο της χερι στο πισω μερος του κεφαλιου του να τον πιεζει πανω στην ξαναμμενη σαρκα της κι ανταποκριθηκε υπακουα. Χρησιμοποιησε την γλωσσα του για να σαρωσει τις διασπαρτες σταγονες ιδρωτα που σαν απαστραπτοντα διαμαντακια στολιζαν το στηθος της κι αισθανθηκε το μυρμηγκιασμα που την ετρεξε απο την κορυφη μεχρι τα νυχια. Φυλακισε στο στομα του ενα μερος απο το στηθος της, παιζοντας μαζι του οσο πιο απαλα μπορουσε, εξαναγκαζοντας την σ' ενα ακομα ακουσιο, ηδυπαθο, μακροσυρτο βογγητο. Σε μια ανακλαστικη κινηση, τα λεπτα, μακρια της ποδια, τυλιγμενα στην γυμνη του μεση, τον εσφιξαν ακομα περισσοτερο σε μια προσπαθεια να τον τραβηξει ακομα πιο πολυ πανω της, να τον αισθανθει ακομα πιο πολυ μεσα της. 
                                                   ----------------------------
Ακουμπησε απαλα το δεξι της χερι στο στηθος του και τον απωθησε ελαφρα προς τα πισω. Τον αφησε να περασει τα χερια του κατω απο τη μεση της και καθως ακουμπουσε αργα με την πλατη στο κρεββατι ακολουθησε τη φορα του σωματος του, χωρις βιασυνη για να μην διακοψει ουτε στιγμη την μεταξυ τους επαφη. Σε λιγα δευτερολεπτα ειχε σκαρφαλωσει πανω του. Της αρεσε ετσι, ενοιωθε οτι κρατουσε αυτη το πηδαλιο της ηδονης στρεφοντας το προς την επιθυμητη γι αυτην κατευθυνση. Μα και τ' αρσενικο κατω της δεν φαινοταν διολου δυσαρεστημενο. Απλα αντιμετωπιζε μια μικρη δυσκολια στον χειρισμο των πλουσιων μαυρων μαλλιων της που επεφταν ατακτως στο προσωπο του. Ισιωσε το κορμι της, παντα καθισμενη πανω του, σαν επιτυμβια στηλη αφιερωμενη σε καποιο Θεο, και μαζεψε τον εβενινο εκεινο χειμαρρο προς τα πισω. Του χαμογελασε κι εσκυψε μπροστα να τον φιλησει. Μια σταγονα ιδρωτα, απο την ακρη του στηθους της, εκανε μεσα σε ελαχιστα δευτερολεπτα την διαδρομη μεχρι να πεσει στο δικο του κορμι. Με τον δεικτη της απλωσε τη σταγονα, με μικρες κυκλικες κινησεις πανω στο σημειο που ειχε πεσει. Επειτα εφερε το δεικτη στο στομα της και χρησιμοποιωντας χειλη και γλωσσα τον εγλειψε. 
Σαν να ηταν καποιο αορατο εναυσμα η κινηση αυτη, η φωτια που τους κατετρωγε, εκει, αναμεσα στα ποδια τους, γιγαντωσε αποτομα και τους παρεσυρε ξανα στην καυτη της δινη.
                                                     ------------------------------
Δεν την ηξερε καλα - καλα ουτε μηνα, απο τοτε που ειχαν εμφανιστει στην πολη με τους τραυματιες. Δεν ηταν εχθρικη πολη η Ισσος αλλα ουτε και φιλικα διακειμενη. Ηταν ομως η πλεον κοντινη και διεθετε αρκετα για να εχουν μια στοιχειωδη περιθαλψη οι τραυματιες. 
Ειχε προσφερθει απο την αρχη να βοηθησει, ισως εχοντας στο πισω μερος του μυαλου της μια ευνοικη μεταχειριση αν ολα πηγαιναν οπως ειχαν σχεδιαστει. Εξ' αλλου, σ' αυτες τις καταστασεις, οταν η επιλογη στρατοπεδου πρεπει να γινει αμεσα, ενστινκτωδως τις περισσοτερες φορες σχεδον ολοι οδηγουνται να συνταχθουν με το μερος του προσωρινα ισχυρου. Αυτο ειχε σαν αποτελεσμα να ειναι καπως επιφυλακτικος στην αρχη αλλα δεν μπορουσε ν' αρνηθει στον εαυτο του την παραδοχη οτι τον ειχε γοητευσει με την πρωτη ματια. Υπηρχαν κι αλλες ωραιες γυναικες στην Ισσο αλλα καμια δεν ειχε αυτο που αντικρυσε στα ματια της οταν την πρωτοκοιταξε. Ουτε ο ιδιος ηταν ακριβως σιγουρος τι ηταν αλλα το σκιρτημα που ενοιωσε του ηταν υπεραρκετο. Δεν αργησαν να γινουν εραστες αφου κι αυτος δεν της ηταν καθολου αδιαφορος. Ετσι τ' αφησε ολα στον Αλγινικο κι αυτος περνουσε τον χρονο του με την Μεναγρη. 
                                                      -------------------------------
Η Μεναγρη ηταν αυτη που τρομαξε οταν η πορτα του δωματιου ανοιξε αποτομα και ξεφωνισε αθελα της στην παρουσια του αρματωμενου αντρα.
-'Μα τα μαυρα νερα του Αχεροντα ανθρωπε μου' εκανε ο νεοφερμενος προς τον αντρα στο κρεββατι 'μια ωρα εχω που σε ψαχνω αν κι εδω επρεπε να εχω ερθει εξ' αρχης'.
-'Αλγινικε, σου ορκιζομαι στον Απολλωνα πως αν δεν.....'
-'Δεν εχουμε χρονο Κερμενωνα' αποκριθηκε αυτος που ειχε ονοματιστει Αλγινικος. -'Πριν λιγο εμαθα σιγουρα πως οι αντρες του Δαρειου θα ειναι στην πολη με το πρωτο φως της ημερας. Πρεπει να κινηθουμε γρηγορα'.
-'Αδυνατον' απαντησε ο Κερμενων ενω η Μεναγρη προσπαθουσε να κρυψει τη γυμνια της πισω του. '-Αδυνατον' επανελαβε 'πως γινεται να ειναι τοσο κοντα στην Ισσο ?'
-'Η τακτικη περιπολος που στελνουμε εφερε τα νεα και σε ψαχνω απο κεινη τη στιγμη. Τους υπολογιζουν στους 3000 αντρες και απ' οτι καταλαβαν θα βαδισουν το πρωι προς την πολη'.
-'3000 ?. Και μεις ειμαστε λιγοτεροι απο πενηντα και μ' ενα σωρο τραυματιες να προσεχουμε' ειπε ο Κερμενων εχοντας σηκωθει απο το κρεββατι προσπαθωντας να ντυθει.
-'Αν βρει τους τραυματιες δεν θα μεινει κανενας ζωντανος στην πολη' προσθεσε η Μεναγρη προσπαθωντας μ'ενα μικρο κομματι υφασμα να καλυψει την υπεροχη γυμνια της. -'Πρεπει να φυγετε οσο το δυνατον πιο γρηγορα καρδια μου' απευθυνομενη στον Κερμενωνα.
Η αδρεναλινη της ερωτικης επαφης ειχε σβησει προ πολλου, ομως ειχε επανελθει εξυπηρετωντας τελειως διαφορετικο σκοπο.
                                              ---------------------------
-'Συγκεντρωσε οσους αντρες μπορεις και μεταφερετε τους τραυματιες στην μεγαλη πλατεια της πολης. Εγω θα βρω την φρουρα της νοτιας περιπολου και θα ψαξουμε για οτι μεταφορικο μεσο μπορει να βρεθει για τους τραυματιες. Θα σε συναντησω σε μια ωρα στην πλατεια. Βιασου'.
Διχως να πει κουβεντα ο Αλγινικος βγηκε απο την πορτα και εξαφανιστηκε. Ο Κερμενων ηταν σχεδον ντυμενος. Εκατσε στην ακρη του κρεββατιου και χαιδεψε το αλαβαστρινο μαγουλο της Μεναγρης. -'Μην κουνηθεις απο δω' ειπε. -'Θα γυρισω να σε παρω μολις ετοιμαστουν ολα'.
Την φιλησε απαλα στο στομα και αυτη σφιχτηκε πανω του.
-'Προσεχε σε παρακαλω' του ψιθυρισε 'σε ικετευω προσεχε'.
Της χαμογελασε και με γρηγορες κινησεις βγηκε απο το δωματιο.
Ηξερε οτι τετοια ωρα η φρουρα θα βρισκοταν σ' εκεινο το καταγωγιο που συχναζε. Δεν ηταν οτι πιο σωστο αλλα ειχε επιλεξει να κανει τα στραβα ματια στις μικροπαρατυπιες τους. Εξ' αλλου, αν εξαιρουσε κανεις τις μεγαλες ποσοτητες κρασιου που καταναλωναν δεν εκαναν ουσιαστικα κατι κακο. Του πηρε λιγοτερο απο δεκα λεπτα για να φτασει. Εσπρωξε την πορτα και μπηκε.
                                               ----------------------------
Δεν ηταν οπως συνηθως. Υπηρχε μια μεγαλη παρεα, Καρδακκες η Μηδοι, δεν ηταν σιγουρος, με ξυλινες κουπες γεματες κρασι που μιλουσαν και γελαγαν δυνατα. Σ' ενα αλλο τραπεζι πιο περα, ηταν αλλοι δυο και στην ακρη, στη γωνια, ενας ακομα που του ηταν αδυνατον να καταλαβει ποιος ηταν αφου ηταν τυλιγμενος με μια μπερτα. Η φρουρα δεν ηταν εκει. Ηταν ετοιμος να κανει μεταβολη και να φυγει οταν ενας απο την μεγαλη παρεα του μιλησε.
-'Απ' αυριο η πολη θ' ανηκει σε αλλα χερια' ειπε. 'Και πρεπει να εχουμε και μεις κατι ουτως ωστε αυτα τα χερια οχι μονο να μην μας ενοχλησουν αλλα να μας ανταμειψουν κιολας'.
-'Δεν καταλαβαινω τι μου λες' απαντησε ο Κερμενων ενω ενοιωσε να τον τριγυριζει ενα ελαφρυ αερακι ανησυχιας. 
Σηκωθηκαν ολοι απο το τραπεζι και απομακρυνθηκαν. Αυτος που του μιλουσε εξαφνα κλωτησε με δυναμη το τραπεζι στελνοντας το απεναντι. Το αιμα του Κερμενωνα παγωσε στις φλεβες του.
-'Δεν νομιζεις οτι κατι τετοιο αξιζει μιας καλης ανταμοιβης' ? συνεχισε ο αντρας ενω οι υπολοιποι εβαλαν τα γελια. 'Και οσο περισσοτερα τοσο το καλυτερο'.
                                                 -------------------------
Ο Κερμενων δεν μπορουσε να τραβηξει τα ματια του απο το θεαμα που αντικρυζε. Κατω απο το τραπεζι βρισκονταν οι περικεφαλαιες της φρουρας της νοτιας περιπολου. Μεσα στις περικεφαλαιες βρισκονταν τα κεφαλια τους, αποκομμενα απο τα σωματα τους. Το αιμα που ετρεχε ειχε λεκιασει ολο το σημειο, εκει που καθονταν οι αντρες και πασχιζε να επεκταθει οσο το δυνατον περισσοτερο. Ειχαν τραβηξει τα ξιφη τους και βαδιζαν απειλητικα προς το μερος του. Ενστικτωδως το ιδιο επραξε και ο Κερμενων.
-'Νομιζω πως αποψε θα εχουμε μια καλη συγκομιδη παιδια, τι λετε' ? ειπε ο αρχηγος τους.
Οι αλλοι γελασαν. Πεντε κεφαλια θα τους εξασφαλιζαν μια καλη αμοιβη στα σιγουρα.
-'Θα το εκτιμουσα ιδιαιτερα αν δοκιμαζατε την τυχη σας ενας ενας' ακουστηκε μια φωνη. Ολοι στραφηκαν προς το μερος απ' οπου ειχε προελθει. Ο ξενος, που ειχε μιλησει, ηταν ακομα καθιστος στο τραπεζι του με την πλατη γυρισμενη στους φονιαδες.
-'Κι αν διαφωνουσα με την προταση τι θα γινοταν ?' εκανε ειρωνικα ο αρχηγος τους.
-'Τοτε πολυ φοβαμαι οτι θα επρεπε ν' αποκαταστησουμε τις ισσοροπιες' απαντησε ο ξενος. -'Αν και δεν εχετε καμμια ελπιδα, σε μενα μπορειτε να ερθετε ολοι μαζι'.
                                                --------------------------------
Μ' ενα νευμα δυο απο την παρεα αποσπαστηκαν στρεφομενοι προς τον ξενο ενω οι αλλοι εξακολουθουσαν να κινουνται προς το μερος του Κερμενωνα που οπισθοχωρουσε.
Ο πρωτος καταφερε μια δυνατη σπαθια στον αερα αλλα δεν εμαθε ποτε τι θα γινοταν αν ειχε μια δευτερη ευκαιρια. Ο ξενος αποφευγοντας με απιστευτη ευλιγισια το χτυπημα, περασε σχεδον απο μπροστα του και καρφωσε ενα μικρο στιλεττο που κρατουσε στα χερια του στο αριστερο ματι του δευτερου αντρα. Το ατσαλι συναντησε σαρκα και κοκκαλα και τα συνεθλιψε στο διαβα του. Πριν αρχισει να πεφτει νεκρος στο πατωμα, ο ξενος προλαβε να σκουπισει το στιλεττο του πανω στο ρουχο του. Γυρισε να δει τον πρωτο.
Κανεις δεν ειχε προλαβει να δει την κινηση του. Περνωντας απο μπροστα του, το λεπιδι κινηθηκε κατα μηκος του λαιμου του δημιουργωντας ενα μεγαλο κατακοκκινο χαμογελο ενω ασυγκρατητο πια, εχοντας βρει διεξοδο, το αιμα κυλουσε ασταματητα. Με διαφορα δευτερολεπτων ακολουθησε τον δευτερο στο πατωμα.
-'Πιστευω πως υπαρχει ακομα περιθωριο αναθεωρησης της αρχικης αποφασης' ειπε μ' εναν αδιορατο τονο ειρωνιας να χρωματιζει τη φωνη του.
                                                   ------------------------------- 
Αντι απαντησης οι υπολοιποι ορμησαν πανω του. Το ηξερε πως θα γινοταν ετσι και τους περιμενε. Το δεξι του χερι, σφιγμενο σε γροθια, χτυπησε τον πρωτο εφορμουντα στο ηλιακο πλεγμα κοβοντας του οριστικα και αμετακλητα την ανασα. Ταυτοχρονα, με το αριστερο χερι, βαστωντας το στιλεττο του, απεκρουε το δυνατο χτυπημα ενος αλλου. Ως δια μαγειας, ενα δευτερο, ολοιδιο λεπιδι εκανε την εμφανιση του στο αλλο του χερι που το οδηγησε με απιστευτη ακριβεια να καρφωθει στην καρδια του μοναδικου που ειχε προλαβει ν' αποπειραθει καποιο χτυπημα. Οι δυο τελευταιοι που ειχαν μεινει προσπαθουσαν να επεξεργαστουν αυτο που εβλεπαν τα ματια τους. Δεν προλαβαν.
Με κινηση που το ματι αδυνατουσε να παρακολουθησει βρεθηκε πισω απ' τον ενα και φυλακιζοντας τον κεφαλι του αναμεσα στα χερια του το εστριψε αποτομα. Ο ηχος, σαν κλαρακι που σπαει, ακουστηκε εκκωφαντικα. Ηταν και ο τελευταιος ηχος που ακουσε ο τελευταιος απο την παρεα, ο αρχηγος. Ο ξενος, αφου απεφυγε ενα αδεξιο και στερουμενου ηθικου χτυπημα σκυβοντας κατω απο την λεπιδα, ανασηκωθηκε γοργα μπηγοντας και τα δυο στιλεττα του εκει που θα επρεπε να βρισκονται τα καλυμμενα απο τα μακρια ματια αυτια του αντρα. Τον αφησε να τα παρασυρει οπως επεφτε νεκρος στο πατωμα και μετα εσκυψε και τα πηρε αφου τα σκουπισε καλα με το κουφαρι του νεκρου. Μετα γυρισε προς τον αποσβολωμενο Κερμενωνα, χαμογελασε, ενω ταυτοχρονα κοιταζε κατι μεσα στο εσωτερικο της μπερτας του.
-'Παντα χαιρομαι να συνανταω ανθρωπους που ο χρονος εχει πραγματικη σημασια γι αυτους' ειπε και το χαμογελο του φωτισε αποτομα βλεποντας το φως που εξεπεμπε ο κυβος.
  











Πέμπτη 29 Μαρτίου 2012

ΜΙΑ ΥΠΟΣΧΕΣΗ ΣΤΗ ΣΚΙΑ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ




                             ΚΕΦΑΛΑΙΟ 10


Υπακουσε. Ενα κομματι του εαυτου του, επαναστατωντας και μονο στην ιδεα της παραμονης του εκει, τον προετρεπε να εγκαταλειψει αμεσα το ανιερο αυτο μερος πριν να ηταν πολυ αργα, ενα αλλο κομματι του ομως, μαγνητισμενο απο την επιρροη που του εξασκουσαν εκεινα τα δυο κιτρινοπρασινα ματια, υπακουοντας τα κελευσματα τους τον εσπρωχνε μπροστα. Το βλεμμα του χαιδεψε τ' απιστευτα σχεδια που κοσμουσαν το κορμι του φιδιου και συντομα διαπιστωσε οτι του ηταν αδυνατον ν' αποτραβηξει τη ματια του απο τη σαγηνευτικη κινηση του σωματος του καθως ξεκουλουριαζοταν.
-'Αφου βρισκεσαι εδω σημαινει οτι εχεις κανεις την επιλογη σου' ειπε το φιδι, με φωνη συριχτη και χαμηλοφωνη, σαν τον ψιθυρο του εραστη στο αυτι της αγαπημενης του. -'Μια επιλογη για την οποια λιγα δεν ξερεις μα πρεπει να μαθεις αν θελεις να φτασεις μεχρι το τελος του σκοπου σου. Γνωριζε πως οτι σου πω απο δω και περα εξακολουθουν να μην ειναι δεσμευτικα αν αλλαξεις αποφαση, εστω και τωρα. Ομως απο καποιο σημειο και περα να θυμασαι παντα οτι δεν υπαρχει γυρισμος. Και το σημειο αυτο ειναι οταν κανεις δικο σου τον κυβο του Γιοντοκ'.
Σαν να ξυπνησε αποτομα απο ληθαργο ο ξενος φανηκε να επανερχεται στην πραγματικοτητα. Τοποθετησε πισω το ξιφος στη θηκη του και σταθηκε απεναντι στο φιδι. -'Δειξε μου' ειπε.
                                                         --------------------------------
-'Το μονο πραγμα που μπορει να σε βοηθησει για να επιτυχεις σ' αυτο που θελεις ειναι ο κυβος Γιοντοκ. Αυτος ο κυβος ειναι ενα απο τα ελαχιστα πραγματα που αφησαν πισω σ' αυτον τον κοσμο οι αρχοντες των Παλαιων. Επτα ηταν συνολικα και τ' αγαλματα τους ειναι αυτα που βλεπεις. Ο Σουμπ Νιγκουραθ, ο Δαγων, ο Γιγκ, ο Νυαρλαθοτεπ, ο Αζαθοθ, ο Γιογκ Σοθοθ και εβδομος, ο πιο ξεχωριστος απ' ολους ο Κθουλου. Ηταν καποτε κυβερνητες αυτου του κοσμου και για λογους που δεν χρειαζεται να γνωριζεις περασαν στην ληθη, λησμονηθηκαν μα δεν πεθαναν. Κοιμουνται εναν αιωνιο υπνο περιμενοντας τις καταλληλες συνθηκες για να επιστρεψουν και να διεκδικησουν αυτο που εχασαν μα μεχρι να ωριμασουν οι συνθηκες για κατι τετοιο σκιες θα ειναι και οραματα ενος αρρωστημενου νου. Ομως εσενα αυτο που σ' ενδιαφερει ειναι ο κυβος Γιοντοκ που περιεχει ενα μικρο κομματι απο τον καθενα τους. Μα οπως το καθε τι εχει δυο οψεις, μια καλη και μια κακη, ετσι και ο κυβος κρυβει δυο προσωπα. Το ποιο θα βγει στην επιφανεια, το ποιο θα υπερισχυσει, εξαρταται παντα απο τον κατοχο του.
-'Ποσους κατοχους ειχε μεχρι στιγμης' ? ρωτησε ο ξενος ενω ηταν φανερη η προσπαθεια του να παρακολουθησει τα λεγομενα του φιδιου.
-'Εσυ θα εισαι ο δευτερος' ειπε το φιδι. -'Τον πρωτο τον γνωρισες χθες το βραδυ'.
                                             ---------------------------
-'Οπως ηδη ξερεις πρεπει ν' αποκτησεις τα δωδεκα κομματια της φρασης που θα σου επιτρεψουν να ολοκληρωσεις αυτο που επιθυμεις απο δωδεκα διαφορετικους ανθρωπους. Κι αν τον τροπο τον ξερεις ηδη ειναι η στιγμη να μαθεις οτι ο χρονος που θ' απαιτηθει για να συγκεντωσεις ολα τα κομματια ειναι πολυ περισσοτερος απ' οτι φανταζεσαι. Εδω ακριβως ερχεται η πρωτη, ευργετικη γι αλλους, καταραμενη για μερικους, ιδιοτητα του κυβου. Μεχρι να φερεις σε περας το σκοπο σου ο χρονος δεν θα περναει απο σενα. Θα περπατησεις αυτη τη γη οσο θα χρειαστει, ακομα κι αν παλιωσει το φεγγαρι, μεχρι να γινουν κτημα σου ολα τα κομματια της φρασης. Ο κοσμος γυρω σου θα γεννιεται, θα μεγαλωνει, θα πεθαινει αλλα αυτο δεν θα σ' επηρεαζει καθολου. Θα χρειαστει να θαψεις φιλους η ερωμενες, τα παιδια των παιδιων τους, ακομα και ολοκληρες τις γενιες τους, μα εσυ θα εισαι ιδιος κι απαραλλαχτος οπως οταν ξεκινησες, σημερα απο δω'.
-'Δεν χρειαζομαι να εχω φιλους η ερωμενες για να θαψω' εκανε ο ξενος. -'Το μονο που χρειαζομαι ειναι αυτος ο κυβος' συνεχισε ενω το βλεμμα του επαιζε ολογυρα.
                                                   ---------------------------
-'Για να μπορεσεις να βρεις τους ανθρωπους που πρεπει θα εχεις την καθοδηγηση του κυβου. Στην αρχη, μ' ενα απαλο, αχνο φως, θα σου δειχνει προς πια κατευθυνση θα πρεπει να κινηθεις. Οσο πλησιαζεις τον στοχο σου το φως θα γινεται πιο εντονο. Οταν θα εισαι πια σε αποσταση αναπνοης απεναντι του θα δεις οτι ο κυβος θα ξεχειλιζει απο ενα φως τοσο εντονο, που αλλα ματια εκτος απο τα δικα σου δεν θα μπορουν να τον αντικρισουν χωρις να καουν. Αν ομως αυτο το φως καποια στιγμη εξαφνα χαθει, αυτο θα σημαινει οτι αυτος που εψαχνες εχει βρεθει σ' αυτο που εσυ λες Κενο χωρο, οχι απο το δικο σου χερι, μα απο καποιον αλλο λογο. Καπου ομως ενας αλλος θα εχει γεννηθει και σ' αυτον θα πρεπει μετα να κατευθυνθεις. Πρεπει να εισαι προετοιμασμενος για ατυχες στιγμες μα πιο πολυ πρεπει να οπλιστεις με τεραστια υπομονη μεχρι το περας της αποστολης σου.
-'Τι νοημα εχουν ολα αυτα αφου ακομα κι αν τα καταφερω ποτε δεν θα γινει αυτο μεσα στο χρονικο οριο που πρεπει ?. Η Αιναρ θα ειναι σε βαθια γεραματα η δεν θα ζει πια, οποτε δεν υπαρχει αντικρυσμα σ' οτι πρεπει να κανω' εκανε ο ξενος με την απογοητευση και την πικρα να χρωματιζει την φωνη του.   
                                                       -------------------------------
-'Αλλη μια θετικη ιδιοτητα του κυβου' συνεχισε το φιδι 'ειναι πως οταν φτασεις στο τελος του σκοπου σου επιτυχως, εχοντας πια την απαραιτητη γνωση και τον θησαυρο στα χερια σου θα εχεις δυο επιλογες. Η πρωτη, που φανταζομαι οτι ειναι κι αυτη που σ' ενδιαφερει πιο πολυ, ειναι οτι θα εχεις την δυναμη να επιστρεψεις πισω στο χρονο, στο Καντιθ και θα ειναι για ολους σαν να μην εχει περασει ουτε μια μερα. Ετσι θα εχεις ολο το χρονο μπροστα σου για να πας και να ζητησεις την αγαπημενη σου απο τον πατερα της που τοσο υποτιμητικα σε αντιμετωπισε. Και τοτε εσυ θα εχεις τον πρωτο λογο στην ζωη της'.
-'Ποια ειναι η αλλη επιλογη που ανεφερες ?' εκανε ο ξενος ενω στιγμιαια το προσωπο του καλυφθηκε απο ενα περαστικο συννεφο δυσπιστιας απεναντι σ' οτι ακουγε.
-'Αυτη θα σου αποκαλυφθει τοτε, οταν πια η αποστολη σου θα εχει ολοκληρωθει. Στο δικο σου καθαρα το χερι ειναι το τι θ' αποφασισεις, διχως καμμια απολυτως συνεπεια'.
Ο ξενος ζυγισε για λιγο οτι ειχε ακουσει. Μετα απευθυνθηκε και παλι στο φιδι.
-'Τι αλλο πρεπει να ξερω για τον κυβο' ? ρωτησε.
                                                     ----------------------------------
-'Εκτος απο τις πρακτικες δυναμεις του κυβου, που καποιες απ' αυτες θα τις αντιληφθεις και μονος σου στην πορεια σου, πρεπει ακομα να ξερεις οτι θα σου προσδωσει μια εσωτερικη ενοραση καθως επισης και την δυνατοτητα ν' αντιλαμβανεσαι πραγματα και καταστασεις εξω απο τις συνηθισμενες σου αισθησεις. Πραγματα που τωρα ακομα θα σου φαινονταν τελειως αγνωστα και ξενα, με την βοηθεια του κυβου οχι μονο θα εχεις την δυνατοτητα να τ' αντιληφθεις αλλα θα μπορεις να δεις πτυχες και εναλλακτικες οπτικες γωνιες που τωρα δεν φανταζεσαι καν. Ομως το βασικοτερο ειναι οτι ο κυβος θα λειτουργει σαν μια αντανακλαση του εαυτου σου πανω σου και θα σου δινει την δυνατοτητα να συνειδητοποιεις τις αλλαγες που θα σου συμβαινουν ακομα κι αν εσυ δεν εχεις κανει τιποτα γι αυτο'.
-'Αλλαγες ? Για ποιες αλλαγες μιλας ? Μηπως αυτος ο κυβος ειναι λιγο υπερεκτιμημενος ? Γιατι δυσκολευομαι να θεωρησω μεγαλη αλλαγη την εξαφανιση της ουλης στο προσωπο μου. Η αυτο ειναι κατι που θα παιξει καποια στιγμη το ρολο του' ? προσθεσε ειρωνικα.
                                                ----------------------------
-'Ειναι φανερο οτι ο κυβος σ' επηρεαζει ακομα κι αν δεν τον εχεις ακομα στα χερια σου' ειπε το φιδι. -'Οχι, η εξαφανιση της ουλης στο προσωπο σου φυσικα και δεν ειναι κατι το σπουδαιο' προσθεσε. -'Ομως το οτι το ξερεις διχως να εχεις δει το προσωπο σου σε καθρεφτη ειναι κατι το σημαντικο που θ' αντιληφθεις με τον καιρο, μαζι με πολλα αλλα. Ο κυβος θα σε βοηθησει να διακρινεις το πολυτιμο σε κατι που εσυ θα θεωρεις εκ των πραγματων αχρηστο'.
Ο ξενος εφερε ασυναισθητα το χερι του στο προσωπο του και διετρεξε κατα μηκος το σημειο που καποτε δεσποζε η ουλη. Για καποιον αγνωστο λογο ο οποιος φοβος και δυσπιστια υπηρχε μεχρι εκεινη τη στιγμη ξεθωριασαν αποτομα και εσβησαν οπως η φωτια που δεν εχει πια να καψει τιποτα αλλο και καιει τον εαυτο της.
-'Μιλησες και για μια αρνητικη πλευρα του κυβου' εκανε. -'Ποια ειναι αυτη' ?
Το φιδι αναμοχλευτηκε για λιγο πανω στον αμβωνα και μετα στηλωσε τα υπνωτικα του ματια πανω στον ξενο. Για καποιο αγνωστο λογο ηταν σιγουρο πως οτι κι αν ελεγε, αυτο λιγη σημασια θα ειχε. Καταλαβαινε ηδη πως η αποφαση ειχε παρθει.


                                                  --------------------------------
-'Απο τη στιγμη που θα τον παρεις στα χερια σου ο κυβος και συ ειστε ενα. Σου προσφερει απιστευτες δυναμεις, αθανασια και γνωσεις μα μεχρι να ολοκληρωθει ο σκοπος σου δεν μπορεις να εγκαταλειψεις. Ειναι ενας δρομος που θα τον πας μεχρι τελους, ακομα κι αν καποια στιγμη αλλαξεις γνωμη και θελησεις να σταματησεις. Ασχετα με το ποσο χρονικο διαστημα θα χρειαστεις, ασχετα με το τι θ' αναγκαστεις κατα καιρους να πραξεις, δεν υπαρχει τροπος γυρισμου και λυτρωσης, οσο απελπιστικα και να το ζητησεις. Χιλιες φορες θα προσπαθησεις να τον ξεφορτωθεις. Δεν γινεται. Χιλιες φορες θα θελησεις να τον καταστρεψεις. Δεν θα μπορεις. Χιλιες φορες θα ζητησεις βοηθεια απο καπου αλλου. Δεν θα την βρεις. Η ζωη σου πια θα ειναι συνυφασμενη με τον κυβο. Και ο κυβος θα σε φτασει στο τελος ακομα κι αν εχεις αλλαξει γνωμη. Χιλιες ακομα φορες θα προσπαθησεις να δωσεις τελος στην ζωη σου για ν' απαλλαγεις απο το ασηκωτο φορτιο. Δεν θα τα καταφερεις. Ο κυβος δεν θα το επιτρεψει. Ομως ακομα και τωρα δεν ειναι αργα. Μπορεις να γυρισεις πισω και να συνεχισεις τον δρομο σου οπως τον ειχες σχεδιασει αρχικα ξεχνωντας ολα οσα εχουν συμβει απο το χθεσινο βραδυ μεχρι τωρα. Κανεις δεν προκειται να σ' εμποδισει'.
                                               ----------------------------
Μια παραξενη, βαρια σιωπη εστησε ιστο σε ολο το δωματιο. Ο ξενος εριξε μια ματια στα αγαλματα των αρχοντων των Παλαιων, προσδοκωντας κατι που ηξερε οτι δεν θα γινοταν. Κοιταξε το φιδι που προσμενε υπομονετικα μια απαντηση, πηρε μια βαθια ανασα και μιλησε.
-'Απαντησε μου σε κατι τελευταιο. Ο γερος χθες, εσυ, αυτοι οι Παλιοι που λες, ακομα και ο κυβος τι εχετε να κερδισετε απ' αυτο' ?. Το φιδι μαστιγωσε με την γλωσσα του τον αερα, ανυψωσε τον κορμο του και με την ιδια παντα συριχτη φωνη απαντησε.
-'Μπορει τα παντα, μπορει και τιποτα. Αυτο δεν μπορει να το ξερει κανενας ακομα, γνωστο θα γινει οταν εχεις τελειωσει την αποστολη σου και θα πρεπει να κανεις την επιλογη σου. Και ειμαστε διατεθειμενοι να περιμενουμε μεχρι εκεινη τη στιγμη για να το μαθουμε. Λοιπον' ?
Ο ξενος επιασε το προσωπο του με τα χερια του σαν να προσπαθουσε να καθαρισει τις συγκεχυμενες, σκορπιες σκεψεις που χορευαν τρελλα μπροστα στα ματια του. Μετα σηκωσε το κεφαλι του και απευθυνθηκε στο φιδι.
-'Δωσε μου τον κυβο' ειπε.
                                              -------------------------------
Με μια ταχυδακτυλουργικη κινηση το φιδι ελευθερωσε το κεντρο του αμβωνα. Εκει, ακριβως στη μεση, βρισκοταν ο κυβος του Γιοντοκ, αναμενοντας τον καινουργιο του ιδιοκτητη.
-'Ειναι ολος δικος σου' εκανε το φιδι. -'Μπορεις να τον παρεις'.
Ο ξενος πλησιασε αργα και απλωσε το χερι του. Με μια αποτομη κινηση φυλακισε τον κυβο μεσα στην τραχια παλαμη του. Εικονες, συναισθηματα, ιδεες, γνωσεις εμοιαζαν σαν να διοχετευονταν απο τον κυβο στο χερι του και κατ' επεκταση σ' ολο του το ειναι. Ενα φως που συνεχως θεριευε φαινοταν να πηγαζει απο τον κυβο, ενα φως που μεσα σε λιγα δευτερολεπτα εγινε τοσο μεγαλο κι εντονο που καταπιε τον ξενο την ωρα που αφηνε μια κραυγη και εξαφανιστηκαν μαζι απο το δωματιο.
Το φιδι με αργες, νωχελικες κινησεις γλιστρησε απο τον αμβωνα στο δαπεδο και χαθηκε μεσα στις σκιες. Οι ιδιες σκιες ηταν αυτες που πανω ψηλα, σε μια γωνια στο πετρινο σκαλι, καλυπταν μια φιγουρα αθεατη απ' ολους. Ο γερος, μαρτυρας ολων οσων ειχαν συμβει, αφησε εναν αναστεναγμο και κουνησε στωικα το κεφαλι του.
-'Ετσι ηταν γραφτο να γινει κι ετσι εγινε' μουρμουρισε. Μετα χτυπησε το ραβδι του στο πατωμα και εξαφανιστηκε. 




























Πέμπτη 22 Μαρτίου 2012

ΜΙΑ ΥΠΟΣΧΕΣΗ ΣΤΗ ΣΚΙΑ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ


                                  ΚΕΦΑΛΑΙΟ 9


Ηταν το φως του ηλιου αυτο που τον αναγκασε ν' ανοιξει αργα τα ματια του. Ο μεγαλος πυρινος δισκος δεν ειχε προχωρησει πολυ την αεναη διαδρομη του κι αυτο ειχε σαν αποτελεσμα η θερμοκρασια να ειναι ακομα σε υποφερτα επιπεδα. Ομως ηταν ζητημα χρονου για οτιδηποτε βρισκοταν εκτεθειμενο σ' αυτο το εφιαλτικο σκηνικο να ξεκινησει μια ακομα μερα μαρτυριου.
Το κεφαλι του κοντευε να σπασει απο τον πονο λες κι οτι βρισκοταν μεσα του ηθελε με καθε τροπο να βρει μια βιαιη διεξοδο προς τα εξω. Επιασε το φλασκι με το κρασι στα χερια και το ενοιωσε αδειο. Το γυρισε αναποδα και η αισθηση του επιβεβαιωθηκε. Σηκωθηκε με αργες κινησεις και πλησιασε το τυλιγμενο με υφασμα δοχειο με το νερο που ειχε αποθεσει διπλα του στο βραχο αποβραδις. Ηπιε λιγο δροσιζοντας το ξεραμενο στομα του και εδιωξε γρηγορα την στιγμιαια σκεψη να σπαταλησει λιγο για να πλυνει το προσωπο του. Η καθε σταγονα εδω ηταν πολυτιμη και δεν υπηρχε τροπος αντικαταστασης. Αφιερωσε τα επομενα δεκα λεπτα για να ποτισει και να ταισει τον Χαμπουμπ, πραγμα που το ατι του εκτιμησε δεοντως. Μετα, βυθιστηκε σ' ενα σκοτεινο κι αγριεμενο ωκεανο σκεψεων. 
                                                   -----------------------
Το χθεσινο ονειρο ηταν τοσο εντονο και ζωντανο ακομα στην μνημη του που ενα μικρο κομματι του εαυτου του, χλευαζομενο απο την κοινη λογικη που ειχε επανελθει στη σκεψη του, πιστευε ακομα οτι ειχε συμβει στ' αληθεια. Ισως ετσι να μπορουσε να εξηγηθει στο τι συνεβαινε σ' οσους τολμουσαν να μπουν στην Αζιφ Μεντ και να διασχισουν την Ινζεμ. Τα πνευματα που ειχαν στοιχειωσει και χρησιμοποιουσαν σαν κατοικια αυτην την καταραμενη ερημο επηρεαζαν τοσο πολυ τ' ανυποψιαστα θυματα τους που δεν αντεχαν και το μυαλο τους σαλευε. Τι ελπιδες επιβιωσης θα μπορουσε να εχει κανεις σ' ενα τοσο αφιλοξενο μερος αν περιφεροταν χωρις σκοπο και νοημα, μ' ενα μυαλο κατακερματισμενο και χαμενο σε υπνωτιστικους δαιδαλους, αποπροσανατολισμενος απο τον κυριο σκοπο της επιβιωσης και με παντελη απουσια αισθησης της πραγματικοτητας ? Ακομα και ο ιδιος, που οσο περνουσε η ωρα θεμελιωνε ολο και πιο σταθερα την σιγουρια πως οτι νομιζε πραγματικο δεν ηταν κατι αλλο απο ενα ταραγμενο, ομιχλωδες ονειρο, ασυνειδητα, εξεταζε το χωρο τριγυρω του για καποιο σημαδι που να επιβεβαιωνε την παρουσια του γερου.Τετοιο σημαδι δεν βρηκε πουθενα.
                                                     -----------------------
Ενοιωθε πως το μεγαλο κιτρινο, πυρακτωμενο ματι στον ουρανο ειχε επικεντρωσει ολη του την προσοχη στο πως θα τον εξαντλουσε τυλιγοντας τον με την μεγαλυτερη θερμοτητα που μπορουσε να παραγει. Ειχε διανυσει ηδη δυο ωρες δρομο μεσα στην Ινζεμ και τα πρωτα σημαδια δυσφοριας ειχαν αρχισει, δειλα στην αρχη, με περισσιο θρασος οσο περναγε η ωρα, να κανουν την εμφανιση τους. Ομως το γεγονος οτι τα ειχε καταφερει απεναντι στον χθεσινοβραδινο δαιμονα του εδιναν κουραγιο για την συνεχεια. Δεν ηξερε γιατι ακομα ειχε τα λογικα του η για ποιο λογο ηταν ακομα ζωντανος αλλα λιγο τον ενδιεφερε. Ηταν αποφασισμενος να φτασει στην Ζρεντ και αλλοιμονο σ' οτι στεκοταν εμποδιο στο δρομο του. Το μυαλο του ηταν τοσο απασχολημενο στο να του αποδιδει τα ευσημα, παντα σε σχεση με οσα ειχαν προηγηθει, που το συνειδητοποιησε αφου τον ειχε προσπερασει τουλαχιστον εκατο μετρα. Γυρισε πισω ενω κατι στο στομαχι του διαταρασσε την ηρεμια και την ησυχια που ειχε μεχρι εκεινη τη στιγμη.
Σταθηκε απεναντι του και εμεινε να τον κοιταει αναυδος ενω ενας παγωμενος, κρυος, αορατος ιδρωτας διετρεξε την ραχοκοκκαλια του κατα μηκος ξανα και ξανα.
                                                    ----------------------------
Ο Βραχος της Ικεσιας ηταν ενας πετρινος ογκος στην αριστερη πλευρα του υποθετικου δρομου που διεσχιζε. Αριστερα και δεξια του κορμου υπηρχαν δυο μακροστενοι βραχοι, σαν χερια υψωμενα στον ουρανο ενω το πανω τμημα, μικροτερο σε σχεση με τον υπολοιπο, ειχε ενα ελαφρυ στρογγυλο σχημα που λιγες αμφιβολιες αφηνε ως το προς με τι εμοιαζε. Ωστε υπηρχε.
Τα λογια του γερου, του ξωτικου, δαιμονα η οτι αλλο ηταν, επαληθευονταν. Στριψε αριστερα στον βραχο, του ειχε πει, και εκει που θα φτασεις θα παρεις απαντηση και στα υπολοιπα ερωτηματα σου. Ειχε λοιπον υπαρξει πραγματικα ? Η ηταν απλα ενα μερος απο το ονειρο που υπουλα ειχε φροντισει το πνευμα να στοιχειωσει τον υπνο του ? Πως θα μπορουσε να ειναι σιγουρος οτι αν ακολουθουσε την υποδειξη και συνεχιζε αριστερα δεν θα βαδιζε πια το μονοπατι του τελους του ? 
Την παγωμαρα της στιγμης διεκοψε ο Χαμπουμπ, που ενοχλημενος απο την ακινησια χλιμιντρισε χαμηλοφωνα και κινηθηκε ενα βημα προς τα μπρος. Ο ξενος εγειρε στο πλαι, τον χαιδεψε τρυφερα στο λαιμο κι αφου του ψιθυρισε κατι στ' αυτι, ριχνοντας μια τελευταια ματια  τριγυρω, του εδωσε την ωθηση για να κινηθει αριστερα στον βραχο. Το αλογο υπακουσε αμεσως και αρχισε ν' ανεβαινει το δυσβατο μονοπατι.
                                                      ----------------------------
Δεν ηταν λιγες οι φορες που κοντεψαν να γκρεμοτσακιστουν προσπαθωντας να παραμεινουν σ' ενα ουσιαστικο ανυπαρκτο μονοπατι ενω αλλες τοσες περασαν σπιθαμες μονο απο την ακρη κοφτερων βραχων που περιμεναν υπομονετικα ποιος ξερει ποσο γι αυτον που θα εκανε το μοιραιο λαθος.
Ειχε πια κατεβει απο το αλογο και το τραβαγε αλλοτε απαλα και αλλοτε πιο εντονα πισω του ενω ταυτοχρονα του μιλουσε προσπαθωντας να του μηδενισει την διστακτικοτητα και την απροθυμια που εδειχνε πολλες φορες. Καποια στιγμη, διχως την παραμικρη απωλεια, φανηκε οτι αφηναν πισω τους τον ορεινο εκεινο ογκο που δεσποζε σ' ολο το αριστερο τμημα της Αζιφ Μεντ. Τωρα το εδαφος, αν και σκληρο και πετρωδες ακομα, ηταν αρκετα πιο βατο, πραγμα που του επετρεψε να καβαλλησει ξανα το αλογο. Ενα ξεφωτο ανοιγοταν τωρα μπροστα τους πραγμα που υποδηλωνε οτι τα χειροτερα ειχαν περασει. Στο βαθος φαινοταν ενα μικρο σημαδι στο κεντρο του ξεφωτου, ομως το εντονο φως και η ζεστη που χορευαν κυριολεκτικα μπροστα στα ματια του δεν του επετρεπαν να εχει μια καλυτερη εικονα. Βαθια μεσα του ηξερε οτι εκει ηταν ο προορισμος του κι εστρεψε τον Χαμπουμπ προς τα κει.
                                                   -------------------------------
Το μικρο σημαδι ηταν ενα απολυτο τετραγωνο, υψους κοντα στα τριαντα μετρα, κατασκευασμενο απο καποιο υλικο που δεν ειχε δει ξανα στη ζωη του. Δεν υπηρχε κανενα διακριτικο σημαδι σε καποιο σημειο του και μονο στο μπροστινο μερος εχασκε ενα πελωριο ανοιγμα που ομως δεν του επετρεπε να δει πιο μεσα το σκοταδι που φαινοταν να επικρατει στο εσωτερικο του. Αφησε το αλογο εξω ελπιζοντας πως αν εβγαινε ποτε απο κει μεσα θα το εβρισκε στη θεση του, τραβηξε το ξιφος του και με αργα αλλα σταθερα βηματα περασε στο εσωτερικο του τετραγωνου. Αρχικα αυτο που του εκανε τρομερη εντυπωση ηταν οτι η θερμοκρασια στο εσωτερικο αγγιζε τα ορια της ψυχρας. Λες και η ζεστη σταματουσε ακριβως εξω απο το ανοιγμα σαν καποιος να μην της επετρεπε να εισχωρησει μεσα. Το δευτερο ηταν το φως. Αυτο που κρατουσε εξω τη ζεστη εκανε το ιδιο και με το φως του ηλιου, παρ' ολα αυτα ειχε την αισθηση οτι το ιδιο το σκοταδι που επικρατουσε απολυτα παρηγαγε ενα αδιορατο φως που του επετρεπε να προχωρει στα σιγουρα. Το δαπεδο ηταν απο το ιδιο υλικο που ηταν κατασκευασμενο και το εξωτερικο μερος του τετραγωνου, ομως εξακολουθουσε να μην εχει ιδεα για το τι ακριβως ηταν. Ειδε τα σκαλια ακριβως στην μεση του τετραγωνου, πηρε μια βαθια ανασα και αρχισε να τα κατεβαινει.
                                               ----------------------------
Ειχε χασει την αισθηση του χρονου. Ενοιωθε οτι κατεβαινε ωρες αλλα μπορουσε να ηταν μονο λεπτα. Αριστερα και δεξια δεν μπορουσε να δει τιποτα παρα μονο απολυτο, αρχεγονο σκοταδι. Το φως που δεν καταλαβαινε απο που πηγαζε φαινοταν να επικεντρωνεται αποκλειστικα στα σκαλια. Καποια στιγμη εφτασε στο τελος τους. Συνειδητοποιησε οτι βρισκοταν στην αρχη καποιου φαρδιου διαδρομου. Συνεχισε να βαδιζει παραμενοντας στο κεντρο του διαδρομου εχοντας ολες τις αισθησεις του σε συναγερμο. Ο αερας, αν και τοσο κατω απο τη γη, μονο μουχλα και αρρωστεια δεν ανεδυε. Ισως ν' ανανεωνοταν απο καπου μα δεν υπηρχε τροπος να το επιβεβαιωσει. Εφτασε μπροστα σ' ενα καινουργιο ανοιγμα, εξισου μεγαλο κι εντυπωσιακο με το αρχικο, εξισου μαυρο και σκοτεινο οπως κι αυτο που ειχε αφησει πισω. Το διεσχισε.
Το δωματιο που μπηκε ηταν τεραστιο, στρογγυλο, κατασκευασμενο απο το ιδιο αγνωστο υλικο και σχεδον αδειο. Σχεδον γιατι στη μεση ακριβως υπηρχαν δυο συστοιχιες απο τρια αγαλματα, η μια απεναντι στην αλλη και στην κεφαλη ενα ακομα μονο του. Μπροστα σ' αυτο το συγκεκριμενο ηταν τοποθετημενο κατι σαν αμβωνας αλλα δεν ηταν σιγουρος.
                                                  -----------------------------
 Το φως μεσα στο δωματιο ηταν καπως πιο εντονο κι αυτο του προσεδιδε μεγαλυτερη ασφαλεια στις κινησεις του. Πισω ακριβως απο τ' αγαλματα βρισκοταν ενα αδειο, τεραστιο πετρινο σκαλι, λες κι ηταν κατασκευασμενο για να καθεται καποιος γιγαντας. Ομως δεν υπηρχε κανενας απολυτως αλλος στο δωματιο και η αισθηση που ειχε πως οι χτυποι της καρδιας του αντηχουσαν στο χωρο διαρκως μεγαλωνε. Αφου σιγουρεψε τα νωτα του και ελεγξε εξονυχιστικα αριστερα και δεξια του, προχωρησε σιγα σιγα προς τ' αγαλματα. Τοτε προσεξε πως υπηρχε κατι κουλουριασμενο πανω στον αμβωνα. Πλησιασε περισσοτερο.
Μια βλαστημια ξεφυγε αθελα του απο το στομα του τη στιγμη που πηδουσε εντρομος προς τα πισω. Η κουλουρα στον αμβωνα ειχε κινηθει στιγμιαια, αρκετα ομως για να καταλαβει πως αυτο που βρισκοταν κουλουριασμενο εκει ηταν ενα τεραστιο φιδι. Εσφιξε με δυναμη το ξιφος στα χερια ετοιμος για τα παντα. Το φιδι σηκωσε το κεφαλι του και τον κοιταξε.
-'Πλησιασε' του ειπε.  

Παρασκευή 16 Μαρτίου 2012

ΜΙΑ ΥΠΟΣΧΕΣΗ ΣΤΗ ΣΚΙΑ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ


                      ΚΕΦΑΛΑΙΟ 8

Ο ξενος αναζητησε το στομιο απο το φλασκι σαν να εψαχνε εκει το κουραγιο και την δυναμη για να ξεστομισει αυτο που του πυρωνε το μυαλο και τη σκεψη. Ηπιε αχορταγα προσπαθωντας ν' αγνοησει την γλυκια ζαλη που σιγα σιγα απλωνοταν σε καθε σημειο του σωματος του και του ψιθυριζε απαλα λογια χαλαρωσης και ηρεμιας και δοκιμασε να σηκωθει. Ενοιωσε το κορμι του εξαφνα πολυ βαρυ και εγκατελειψε την προσπαθεια αντιλαμβανομενος το ματαιο.
-'Τα παντα' ειπε με βραχνη φωνη. -'Τα παντα, ακομα κι αυτα που μπορει να φαινονται αδυνατα τωρα, κι αυτα μπορω να κανω για να εκπληρωσω την υποσχεση μου. Ομως ξερω οτι κατι τετοιο δεν μπορει πια να συμβει και ενω μαχομαι τον ιδιο μου τον εαυτο καθε μερα για ν' αφησω πισω μου οτι εχει συμβει, εσυ, κακοβουλο και πονηρο πλασμα διασκεδαζεις μ' ενα τσακισμενο πνευμα πριν σφετεριστεις μια αδεια και κουφια ζωη που εδω και καιρο στερειται λογο υπαρξης'.
Ο γερος ετεινε δυο δαχτυλα της παλαμης του προς τον ξενο σαν να του ζητουσε να σταματησει για λιγο και φανηκε να βυθιζεται σ' ενα διαδαλο σκεψεων. Περασαν λιγα δευτερολεπτα πριν μιλησει.
                                           ---------------------------
-'Ομολογω πως οταν σε ειχα επιλεξει διατηρουσα τις αμφιβολιες μου, αμφιβολιες που εχει καποιος βλεποντας ενα συννεφιασμενο ουρανο για το αν θα βρεξει καποια στιγμη. Ομως τωρα ξερω πως εχω διαλεξει σωστα για να μπορεσω να ξεστομισω αυτο που ισως ποτε δεν θα περιμενες ν' ακουσεις σ' αυτην τη ζωη. Υπαρχει ενας τροπος να εκπληρωσεις την υποσχεση σου, ενας και μοναδικος, δυσκολος κι αντιξοος, μα υπαρχει. Μαθε πως αν τον ακολουθησεις θα ειναι μεχρι τελους. Μαθε ακομα πως αν τον επιλεξεις δεν υπαρχει γυρισμος η εγκαταλειψη. Γνωριζε επισης πως ενα ξιφος η μια απλη θεληση δεν ειναι αρκετα για την ολοκληρωση αυτου του τροπου. Και να  θυμασαι παντα πως τιποτα δεν εχεις να περιμενεις απο κανεναν αλλο παρα μονο απο σενα. Να συνεχισω λοιπον η σ' αυτο το σημειο της νυχτας θα παραμεινεις μονος σου ?' 
Ο ξενος εμοιαζε για λιγο να ζυγιζει τα λογια που ειχε ακουσει. Οτι κι αν ηταν αυτο που εστεκε απεναντι του δεν ηταν ανθρωπος μα μητε φαινοταν να θελει το κακο του. Δεν ειχε κατι να χασει εκτος απο υπνο η χρονο, πραγματα ασημαντα γι αυτον σ' αυτο το σημειο της ζωης του.
-'Μιλα' του ειπε. -'Σ' ακουω'.
                                         ------------------------------
-'Ειχε δικιο σ' οτι σου ειπε ο Γουφανγκ' εκανε ο γερος. -'Παντα ο θρυλος θελει στο τελος του κοσμου να υπαρχει καποιος θησαυρος που περιμενει τον ικανο και επιμονο. Ομως οι Κουπες του Ουρανου δεν ηταν το τελος του κοσμου οπως εσυ και οι συντροφοι σου πιστευατε. Τι θα συνεβαινε ομως αν πραγματι καταφερνες να φτασεις στο τελος του κοσμου ? Θα υπηρχε εκει καποιος θησαυρος να σε περιμενει ? Κι αν ναι, θα προλαβαινες μεσα στο χρονικο οριο που ο ιδιος εθεσες να επιστρεψεις πριν η Αιναρ βρεθει ν' αγκαλιαζει καποιον αλλον πανω σ' ενα νυφικο κρεββατι ? Αλλα δεν θα επρεπε να σε ρωταω ολα αυτα παρα απαντησεις να σου δινω για να σ' αφησω να κανεις τις επιλογες σου. Σου ζηταω μονο απο δω και περα να προσπαθησεις , ακομα κι αν κατι δεν καταλαβαινεις, απλα να το δεχτεις οπως σου το λεω. Γιατι αυτα που θα σου πω ειναι περα απο τις αντιληψεις σου και οι αισθησεις σου και μονο δεν θα μπορεσουν να σε βοηθησουν στην κατανοηση τους'.
                                           -------------------------------
Σταματησε σαν να περιμενε ενα νευμα για να συνεχισει. Ο ξενος, χανοντας συνεχως την μαχη με την ζαλη απο το κρασι και με την θαλπωρη της φωτιας να προσπαθει να τον αποκοιμισει, εγνεψε καταφατικα. 
-'Μπορω εδω να σου πω κατηγορηματικα οτι υπαρχει θησαυρος στο τελος του κοσμου, θησαυρος που τον εχω δει γιατι εχω φτασει σ' αυτο το σημειο. Ομως το να βρεθεις εκει δεν ειναι τοσο απλο οσο νομιζεις. Αν πιστευεις οτι μ' ενα αλογο και πολλη υπομονη θα τα καταφερεις κανεις λαθος. Δεν ειναι μια διαδρομη σαν ολες τις αλλες που εχεις κανει η θα εκανες ποτε. Βλεπεις το μυστικο για το τελος του κοσμου ειναι χωρισμενο σε δωδεκα διασκορπισμενα κομματια που κανεις, ακομα κι εγω, δεν ξερω που βρισκονται'.
-'Ποιος ξερει τοτε' ? ρωτησε ο ξενος. -'Αυτο μονο χρειαζομαι να μαθω'.
                                               -------------------------
-'Μη βιαζεσαι' εκανε ο γερος. -'Ειναι πολυ πιο συνθετο απ' οτι νομιζεις. Αυτα τα δωδεκα κομματια δεν ειναι καποια αντικειμενα που βρισκονται διασπαρτα καπου. Ειναι τα δωδεκα μερη μιας φρασης που αποτελει και το κλειδι για ν' ανοιξεις διαπλατα την πορτα που πισω της βρισκεται το τελος του κοσμου. Το καθε ενα κομματι απ' αυτα βρισκεται μεσα στο μυαλο δωδεκα διαφορετικων ανθρωπων, αγνωστων μεταξυ τους, που ουτε οι ιδιοι δεν γνωριζουν οτι τα εχουν μαζι τους. Αν καποιος λοιπον αποκτησει αυτα τα κομματια, τα ενωσει μεταξυ τους, η φραση που δημιουργειται του δινει το δικαιωμα ν' αποκτησει και τον θησαυρο που υπαρχει εκει, στο τελος του κοσμου'.
Μια σπιθα εκλαμψης καταφερε αποτομα ν' απεγκλωβιστει απο το κυμα ζαλης που ειχε πια θεριεψει και σχεδον καταλαβει το ειναι του ξενου και να εκφραστει με μια ερωτηση εξαιρετικης διαυγειας για καποιον που ακουγε, υπο τετοιες συνθηκες, τοσο απιστευτα πραγματα.
-'Ειπες οτι εφτασες εκει, ειδες τον θησαυρο, αρα απεκτησες και τα δωδεκα αυτα κομματια που λες. Πως τα καταφερες αφου δεν ηξερες ποια τα ειχαν' ?
                                                  -----------------------------
-'Με μια μικρη βοηθεια' ειπε ο γερος 'την ιδια βοηθεια που θα εχεις και συ αν τελικα επιλεξεις ν' ακολουθησεις αυτον το δρομο. Ομως ειναι ακομα καποια πραγματα που πρεπει να μαθεις.
Ενα απ' αυτα ειναι οτι για να γινει δικο σου καθε κομματι αυτης της φρασης υπαρχει μονο ενας τροπος. Πρεπει εσυ ο ιδιος να τερματισεις την ζωη του καθενος που το κουβαλαει. Τοτε και μονο τοτε το τμημα της φρασης θα γινει δικο σου κτημα'.
-'Τι θα συμβει αν σκοτωθει απο χερι αλλου η απλα βρεθει στον Κενο Χωρο απο βαθια γηρατεια' ? ρωτησε ο ξενος εκμεταλλευομενος τις τελευταιες αναλαμπες της προηγουμενης διαυγειας.
'-Ειναι κατι που μπορει να συμβει' απαντησε ο γερος. 'Καθε φορα που καποιος απ' αυτους πεθαινει, οχι απο το δικο σου χερι, εκεινη τη στιγμη καποιος αλλος γεννιεται εχοντας, παντα εν αγνοια του, το συγκεκριμενο τμημα στο μυαλο του.
-'Μα τοτε θα πρεπει να βιαστω' εκανε ο ξενος. 'Ο χρονος θα ειναι πολυτιμος και.....'  
Με μια αποτομη κινηση ο γερος τον διεκοψε. Απο τον τροπο ομιλιας του ξενου και τις κινησεις του καταλαβαινε οτι ειχε σχεδον ολοκληρωτικα παραδοθει στο μεθυσι που του ειχε προκαλεσει το κρασι και ηταν ζητημα χρονου μεχρι ν' αδυνατουσε να τον παρακολουθησει.
                                                        ---------------------------
-'Ο χρονος δεν θα ειναι τιποτα πια για σενα, παρα μια σκια που επιλεκτικα θα εμφανιζεται και καποιες στιγμες οι δρομοι σας θα διασταυρωνονται. Οσο ευκολο κι αν φανταζει τωρα στη σκεψη σου, πιστεψε με, θα ειναι πολυ πιο επιπονο και οδυνηρο. Θα γνωρισεις κοσμους και πολιτισμους που δεν υποψιαζεσαι καν οτι υπαρχουν, θα βρεθεις απεναντι σε πρωτογνωρα διλημματα, θα προβεις σε πραξεις που δεν θα σε τιμανε παντα και θα υπαρξουν αμετρητες φορες που θα μετανοιωσεις γι αυτην σου την επιλογη. Αλλα οπως σου ειπα ηδη, αμα δεχτεις δεν υπαρχει δρομος επιστροφης. Θα πρεπει να πας μεχρι το τελος, ασχετα με το τι θα σου κοστισει. Γιατι πρεπει να ξερεις οτι για την χαρη που θα σου γινει, ωστε να καταφερεις αυτο που τωρα φανταζει ακατορθωτο, θα πρεπει και συ να πληρωσεις καποιο τιμημα, τιμημα που δεν θα ληξει μεχρι την ολοκληρωση του σκοπου σου'.
                                                      -----------------------------
-'Το μονο που μ' ενδιαφερει απ' ολα αυτα που μου λες ειναι το τι πρεπει να κανω για να τα καταφερω' εκανε ο ξενος, πιοτερο μουρμουριζοντας εχοντας αρχισει σιγα σιγα να περναει στη ληθη. 'Και γιατι εγω ? Και τι εχεις εσυ να κερδισεις' ? συμπληρωσε με τις τελευταιες κουβεντες να βγαινουν πια απο το στομα του ψιθυριστα κι αργοσυρτα.
-'Δεν ξερω τι θα επιλεξεις τελικα' εκανε ο γερος με υποκωφη φωνη, πασπαλισμενη με μια μικρη δοση πικρας. 'Ομως στον δρομο σου αυριο θα συναντησεις τον Βραχο της Ικεσιας. Αν κανεις εκει αριστερα, θα οδηγηθεις στο μερος που θα σου απαντηθουν και τα τελευταια σου ερωτηματα, ερωτηματα που εμενα δεν μου επιτρεπεται ν' αποκαλυψω. Οσο για το τι θα κερδισω εγω, σου λεω οτι θα εχω ηδη κερδισει απο τη στιγμη που θα εχεις δεχτει να μαθεις την μυστικη φραση για το τελος του κοσμου. Και θα εχω κερδισει την γαληνη που τοσο καιρο επιθυμω, μια γαληνη που αναζητω απο την αρχη του χρονου'.
Τα τελευταια λογια δεν εφτασαν ποτε στ' αυτια του εξαντλημενου ξενου που ειχε πια υποκυψει στα κελευσματα του υπνου που τον πολιορκουσε απο ωρα. Την ωρα που τα ματια του σφραγιζαν του φανηκε οτι τα χερια του γερου ειχαν μεταμορφωθει σε δυο μεγαλες, μαυρες φτερουγες που τον σκεπασαν κρυβοντας του το πανοραμα του ουρανου. Απλα του φανηκε.......