Τρίτη 20 Οκτωβρίου 2015

  ΜΙΑ ΥΠΟΣΧΕΣΗ ΣΤΗ ΣΚΙΑ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ




                      ΚΕΦΑΛΑΙΟ 69






Ηταν αρκετος ο καιρος που εμεναν και οι δυο σε αντικρυστα δωματια με μονο διαχωριστικο αναμεσα τους εναν βρωμικο διαδρομο. Ο καθενας στις εγνοιες του, τα προβληματα του, την καθημερινη παλη για επιβιωση σε μια απο τις πλεον υποβαθμισμενες κι επικινδυνες συνοικιες του Λονδινου. Σαν γειτονες ειχαν αλληλοβοηθηθει παμπολλες φορες μα για εναν περιεργο λογο ποτε δεν ειχε υπαρξει κατι περισσοτερο μεταξυ τους. Ενας υποβοσκων ερωτισμος παντα πλανιοταν στον αερα μα ποτε δεν ειχε μετασχηματιστει η μεταβληθει σε κατι αλλο μολονοτι ευκαιριες η συγκυριες ειχαν υπαρξει κατα καιρους αρκετες. Λιγο η δουλεια της Λουσυ, λιγο η προσκολληση του Μπλανκο στο παρελθον, οτι καταφερνε ενιοτε να ερθει στην επιφανεια ξεθυμαινε και χανοταν πριν ακομα αποκτησει υποσταση. Ομως, οπως οταν καποιος θελει ν' αναψει μια πυρκαγια τεραστιων διαστασεων κι εχει συγκεντρωσει τα ξυλα και το υλικο για καψιμο, αυτο που θα πυροδοτησει την εναρξη δεν ειναι απαραιτητα κατι μεγαλο η δυσευρετο, ενα μικρο σπιρτο αρκει. Αυτο το σπιρτο ειχε βρεθει και μολις ειχε αναψει.
                   ==============================
Αυτο το πρωτο, παρατεταμενο φιλι, εμοιαζε να μην ειχε τελειωμο. Εκρυβε μεσα του μυχιες σκεψεις, επιθυμιες κι ονειρωξεις συσσωρευμενες για πολυ καιρο που ειχαν καταφερει να βρουν διεξοδο στην επιφανεια και να εκφραστουν. Αυτος που το διεκοψε στιγμιαια ηταν ο Μπλανκο.
Εσπρωξε με τα χερια του απαλα το κεφαλι της πισω και για ενα κλασμα του δευτερολεπτου επικεντρωθηκε στο προσωπο της σαν να ηθελε να επιβεβαιωσει το ποια ηταν εκει, μαζι του που ανταποκρινοταν με τοση ενταση στο παθος της στιγμης. Την τραβηξε και παλι αποτομα πανω του και χανοντας καθε αισθηση του χωρου και του χρονου βρεθηκαν και οι δυο στο πατωμα.
Αδημονουντα χερια προσπαθουσαν μεσα στην ερωτικη θολουρα που τους ειχε συνεπαρει ν' αποδεσμευσουν ο ενας τον αλλο απο τα ρουχα που φορουσαν κι αυτο επιτευχθηκε δευτερολεπτα μετα εστω και κατω απο το κρατος του απολυτου παροξυσμου. Τα ματια του διετρεξαν το γυμνο της κορμι, ενα κορμι που ειχε σχεδον ξαναδει ενα βημα πριν την απολυτη γυμνια. Ομως αυτο ηταν κατι τελειως διαφορετικο, κατι εντελως νεο.
              ============================
Το μεγαλο ταξιδι εξερευνησης καθε σπιθαμης του κορμιου της Λουσυ ξεκινησε απο την βαση του λαιμου της καθως η γλωσσα του Μπλανκο, συνεπικουρουμενη απο τα χειλη του φροντιζαν να δημιουργουν μικρα, υγρα, καυτα μονοπατακια διχως τελος. Οταν εφτασε στο στηθος της και το πηρε στο στομα του η κοπελα σπαρταρισε. Ενοιωσε το κορμι της να καμπυλωνει, να γινεται μια μικρη τοξωτη αψιδα με την πλατη της να μην ακουμπαει πια στο πατωμα. Παραλληλα τον τραβουσε ακομα πιο δυνατα, ακομα πιο πιεστικα στο στηθος της λες και φοβοταν πως μπορουσε εξαφνα να σταματουσε και να της στερουσε ολη την απολαυση. Οταν τον ενοιωσε να κατεβαινει προς τα κατω αργα και βασανιστικα, τον αρπαξε απο τα μαλλια σε μια υπερτατη προσπαθεια να τον κρατησει για λιγο ακομα στο υγρο απ' το στομα του στηθος της. Τα δαχτυλα της ανοιξαν αψυχα οταν ενοιωσε ενα νεο κυμα ηδονης να κανει την εμφανιση του αποτομα οσο ο Μπλανκο συνεχιζε να την γλειφει και να την φιλαει παντου στην διαδρομη του προς τα κατω.
Ξαφνικα δεν υπηρχε οξυγονο μεσα στο δωματιο για ν' αναπνευσει η Λουσυ. 
                         ==========================
Της ανοιξε τα ποδια και αρχισε να την φιλαει ξεκινωντας απο χαμηλα, στην εσωτερικη πλευρα του μηρου της και ανεβαινοντας αργα προς τα πανω. Εκανε το ιδιο με το αλλο ποδι αποφευγοντας να φτασει στον αντικειμενικο του στοχο που βρισκοταν ακριβως στη μεση. Οταν θεωρησε πως η προσμονη ειχε φτασει στο υψιστο σημειο ακουμπησε τη γλωσσα του στον τελικο του προορισμο. Τα μικρα βογγητα της Λουσυ μεγαλωσαν και συγχωνευτηκαν με ηδονικα μουγκρητα και ακαταληπτες, συγκεχυμενες, κοντες φρασεις που ο Μπλανκο αδυνατουσε να καταλαβει η να μεταφρασει επακριβως. Ισως ηταν αυτος ο λογος που ενοιωσε ξαφνικα τα ποδια της να κλεινουν και να κλειδωνουν γυρω απο το κεφαλι του σε μια αποπειρα της κοπελας να τον φυλακισει για παντα αναμεσα στα ποδια της. Το παραδοξο ηταν πως ενω εξαφνα ολοι οι αναπνευστικοι του ποροι σφραγισαν ο Μπλανκο ενοιωθε πως ο αερας δεν του ηταν απαραιτητος και συνεχιζε τα παιγνιδια με την γλωσσα και τα χειλη του ασταματητα.
Οταν αποτομα η κοπελα τραβηχτηκε τα πνευμονια του καλοσωρισαν τον φρεσκο αερα που επανεφεραν την ανασα του σε φυσιολογικα επιπεδα. 
                   =============================
Τωρα βρισκοταν απο πανω του και τον κοιταγε με ματια θολα. Για μια στιγμη ειχε την εντυπωση πως του χαμογελασε αλλα στην κατασταση που βρισκοταν τωρα και δρακους να εβλεπε στο ταβανι θα πιστευε πως ηταν αληθινοι. Η Λουσυ τον χαιδεψε απαλα με τα νυχια της στο στερνο αφηνοντας μικρες, κοκκινες, παραλληλες γραμμες να εμφανιζονται απ'οπου περνουσαν τα νυχια της και να εξαφανιζονται την αμεσως επομενη στιγμη. Διαβασε την επομενη κινηση της και προσπαθησε να την αποτρεψει προσπαθωντας να της πει πως δεν θα αντεχε ουτε λιγα δευτερολεπτα. Η φραση δεν εφτασε ποτε στο στομα του για να λεχθει, αντιθετως η εκφραση του προφανως της εδωσε το εναυσμα και την επιβεβαιωση πως αυτο ηταν που ηθελε.
Ο Μπλανκο βρεθηκε στο απολυτο χαος, να κολυμπαει σ' ενα σκοταδι ηδονης που διαρκως αυξανοταν. Ενα μακρινο, μικρο φως στο βαθος ερχοταν γοργα προς το μερος του φερνοντας μαζι του περισσοτερη λαμψη και ζεστη. Επεσε με ορμη πανω του και ενοιωσε πως ανατιναχθηκε μεσα απ' το εκτυφλωτικο αυτο φως.
                               ==========================
Η Λουσυ σηκωσε τα ματια της, τον κοιταξε απο το υψος της κοιλιας περιπου και χαμογελασε.
Μετα συρθηκε αργα προς τα πανω και με μια επιτακτικη κινηση τον κρατησε κατω οταν ο Μπλανκο προσπαθησε να σηκωθει. Δεν χρειαστηκε καν τα χερια της για να καθισει πανω του. Ηταν τοσο υγρη που τον ενοιωσε να γλυστρα μεσα της με την μεγαλυτερη ευκολια. Αν δεν ηταν η ιδια αυτοπτης μαρτυρας πως ειχε μολις τελειωσει θα πιστευε πως ηταν ακομα στην αρχη. Αυτο την εξιταρε ακομα περισσοτερο αφου διαπιστωσε πως ο ποθος του γι αυτην δεν ειχε καταλαγιασει ουτε στιγμη. Οι οργασμοι ακολουθουσαν ο ενας τον αλλο σε μια ξεφρενη αλληλουχια κι αυτο ηταν κατι που η Λουσυ ειχε να το ζησει πολυ καιρο. Λογικο κι αναμενομενο εξ' αλλου αφου οι πελατες της ενδιαφερονταν αποκλειστικα για την δικη τους, προσωπικη απολαυση αδιαφορωντας για την ιδια. Μια μικρη φωνουλα της ξεφυγε οταν ο στερημενος απο δυναμεις Μπλανκο ειχε μολις επανακαμψει και με μια αποτομη κινηση την εσπρωξε στο πατωμα και βρεθηκε απο πανω της διχως να βγει απο μεσα της. 
                            ========================
Ο χρονος ειχε χασει πια καθε εννοια και σημασια. Οι δυο εραστες ειχαν δοκιμασει τα παντα, καθε πιθανη σταση, καθε τροπο που μπορουσε να τους τροφοδοτησει με ηδονη, μια ηδονη που δεν μπορουσαν να χορτασουν ουτε να κορεσουν. Ενοιωθαν πια να στραγγιζουν απο δυναμεις, να εξοντωνονται στον βωμο της υπερτατης απολαυσης. Ο Μπλανκο ειχε ηδη υπερβει τα ορια αντοχης του, μια αντοχη που επρεπε να ειχε  προδωσει ενα κακοσιτισμενο κορμι που η μονη ουσια που υπηρχε εν αφθονια ηταν το αλκοολ. Με καποιον ανεξηγητο τροπο ενοιωθε την κορυφωση να πλησιαζει αλλη μια φορα κι αυτο τον τρελαινε ακομα περισσοτερο.
Εγκλωβισε τα χερια της στα δικα του και τα εσφιξε. Η Λουσυ καταλαβε και τον τραβηξε ακομα πιο πολυ μεσα της. Τελειωσαν μαζι μεσα σε σπασμους, τρεμουλιασματα και τις πρωτες σταγονες ιδρωτα που ειχαν κανει την εμφανιση τους. Εμειναν ακινητοι για λιγο μην θελοντας να ξεκολλησουν ο ενας απο τον αλλο. Η τελευταια ικμαδα δυναμης του Μπλανκο τον εγκατελειψε και ξαπλωσε πανω της με το κεφαλι του στη βαση του λαιμου της. Η Λουσυ τον αγκαλιασε, τον εσφιξε πανω της χαιδευοντας του τα μαλλια κι εκλεισε τα ματια της. 
                              =============================
-'Εισαι σιγουρη πως δεν σε ακολουθησε κανεις ?
-'Δεν μπορω να ξερω, νομιζω πως οχι ομως' απαντησε η αρχαιολογος.
Ο ξενος εμεινε για λιγο σιωπηλος. Τα πραγματα ειχαν μπερδευτει λιγο. Η ελευση της Μορενα τοσο γρηγορα θα του περιοριζε τις κινησεις αφου ειχε παραλληλα να προσεχει την κοπελα για την οποια αισθανοταν υπευθυνος για το μελλον της. 
-'Ενταξει' ειπε στο τελος. 'Εχω καποιο σχεδιο για το πως θα κινηθουμε αλλα θα πρεπει καποιες στιγμες να σε αφηνω μονη σου. Εδω δεν εχεις να φοβασαι τιποτα, απλα θα πρεπει να κανεις λιγο υπομονη μεχρι να ολοκληρωσω τις δουλειες μου. Μετα ολα ειναι ευκολα'.
Τις δουλειες του. Τι δουλειες ηταν αυτες, τι αφορουσαν η ποσο θα επαιρναν μεχρι να τελειωσουν δεν ειχε νοημα να ρωτησει, δεν θα επαιρνε απαντηση. Περιοριστηκε απλα στο να κουνησει το κεφαλι της μην εχοντας αλλη επιλογη.
-'Παμε καπου να φαμε κατι' ειπε επιτακτικα ο ξενος και η Μορενα συναινεσε.
                            =========================
Σε οποιαδηποτε αλλη περιπτωση η Εμιλυ Χολλαντ δεν θ' ανοιγε το στομα της σε κανεναν δημοσιογραφο μα ο Γουες ΜακΓκιντυ ηταν εξαιρεση. Τον γνωριζε απο τον ισπανο και την Λουσυ που εκαναν την ιδια δουλεια οποτε δεχτηκε να τον δει και να του μιλησει.
-'Πες μου τα παλι αλλη μια φορα' ειπε ο δημοσιογραφος ενω κραταγε σημειωσεις.
-'Δεν ξερω πολλα Γουες' απαντησε η Εμιλυ. 'Ημασταν μαζι μεχρι τις δυο και κατι περιπου. Η Μαιρη ειχε μαζεψει καποια χρηματα εκεινο το βραδυ και θα μπορουσε να εχει κλεισει καποιο δωματιο μα ειχε καταφερει να πιει τα περισσοτερα απο τα λεφτα της και χρειαζοταν αλλον ενα πελατη για να συμπληρωσει το ποσο. Οταν εφυγα ηταν μια χαρα. Ειχαμε πει πως θα τα λεγαμε την επομενη μα δεν ηρθε ποτε στο ραντεβου. Θεε μου, ακομα δεν το πιστευω αυτο που εγινε'.
-'Εχεις ιδεα ποιος μπορει να ηταν αυτος ο τελευταιος μοιραιος πελατης' ?
Η Εμιλυ κουνησε αρνητικα το κεφαλι της.
-'Σου ειπα, ειχα φυγει πριν. Αυτα ειναι οτι ξερω μονο'.
                                ===========================
-'Μ' αρεσει το σχεδιο σου' ειπε ο Φινλευ Ντραξτερ, επικεφαλης του ταγματος, στο Μπρουνο Πετσαι 'μπορει να εχει αποτελεσμα. Ομως δεν νομιζω πως ειναι σωφρων να προσπαθησεις μονος σου. Οι αναφορες που εχω μιλανε για ενα πολυ επικινδυνο και απροβλεπτο ατομο'.
-'Τι προτεινετε λοιπον' ? απαντησε ο Μπρουνο.
-'Θα χρειαστεις βοηθεια' απαντησε ο Ντραξτερ. 'Θα φροντισω να σου δωσω μερικα ατομα μαζι σου, ανθρωποι δικοι μας, ειδικευμενοι σε τετοιες λεπτες αποστολες. Φυσικα εσυ εχεις το γενικο προσταγμα αλλα λιγη βοηθεια δεν εβλαψε ποτε κανεναν, ετσι δεν ειναι' ?
Ο Μπρουνο χαμογελασε και κουνησε καταφατικα το κεφαλι.
-'Θ' αφησω να περασουν καποιες μερες που θα εχουν χαλαρωσει τα πραγματα για να κινηθουμε' ειπε. 'Σιγουρα τωρα θα ειναι αρκετα προσεκτικοι'.
-'Φυσικα αγαπητε μου' απαντησε ο επικεφαλης. 'Θα περιμενω ποτε θα ερθεις ξανα σ' επαφη μαζι μας για να ξεκινησουμε. Ολα θα πανε καλα' ειπε κι ενα ψυχρο μειδιασμα εμφανιστηκε στο προσωπο του.


Κυριακή 18 Οκτωβρίου 2015

                ELPIDA PALAIOLOGOU




      ΜΙΑ ΣΥΜΦΩΝΙΑ ΜΕ ΤΟΝ ΧΡΟΝΟ






Οι ματιες τους διασταυρωθηκαν στον καθρεφτη του μπανιου μα ουτε ψιθυρος δεν εσπασε την αμηχανη σιωπη. Ειχε ερθει λοιπον η ωρα. Το ηξερε, το περιμενε αλλα αυτο που ενοιωθε τωρα ηταν απολυτο και μοναδικο. Ελυσε τα μαλλια της και κοιταξε το προσωπο της. Ηταν οπως ακριβως το θυμοταν, καθαρο, λειο, απαλο και βουτηγμενο στην μελαγχολια. Πηρε μια βαθια ανασα και κοιταξε εκει που επρεπε να ειναι εκεινος. Ηταν μονη της, δεν υπηρχε κανεις. Ηξερε πως ειχε απλως εμφανιστει για να της υπενθυμισει πως ειχε ερθει η ωρα, λες και το ειχε ξεχασει ποτε. Το τελευταιο διαστημα μ' αυτο ζουσε, δεν μπορουσε να το βγαλει απο το μυαλο της οσο κι αν ηθελε. Μα δεν το ειχε μετανοιωσει, ουτε μια στιγμη, ουτε για ενα δευτερολεπτο.
Μαζεψε ολο της το κουραγιο για να ξεκινησει να βαδιζει προς την κρεββατοκαμαρα. Εκεινος δεν ηξερε τιποτα, ουτε θα μαθαινε ποτε. Καλυτερα ετσι, δεν θα το πιστευε εξ' αλλου.
-'Ερχεσαι μωρο' ? ακουσε να την φωναζει.
-'Ναι ματια μου, ερχομαι' απαντησε.
                  ==================================
Πεταχτηκε ορθια απο την καρεκλα αδιαφορωντας για την κουραση που την ειχε καταβαλλει μολις ειδε τον γιατρο να πλησιαζει. Εφτασε μπροστα του και το βλεμμα που καρφωθηκε πανω του ηταν ενα μειγμα ικεσιας, απελπισιας και απεραντης οδυνης. Ο γιατρος κοντοσταθηκε, εβγαλε τα γυαλια του, τα σκουπισε προχειρα στην μπλουζα του, την κοιταξε μ' ενα υφος που δεν αφηνε περιθωρια συζητησης, κουνησε το κεφαλι του αριστερα δεξια, ξαναβαλε τα γυαλια του και απομακρυνθηκε με βαρυ βημα. Εμεινε ακινητη στον διαδρομο σαν στηλη αλατος.
Αυτο ηταν λοιπον, δεν υπηρχε καμια ελπιδα. Ενοιωσε τα ποδια της να μην την κρατανε και παραλιγο να σωριαστει στο διαδρομο. Αντλωντας δυναμη απο μια πηγη που της ηταν αγνωστη καταφερε κυριολεκτικα να συρθει μεχρι το δωματιο. Εσπρωξε την πορτα και αφεθηκε να βυθιστει στην καρεκλα που ειχε γινει το σπιτι της τις τελευταιες τρεις μερες.
Εριξε μια ματια στο ακινητο σωμα στο κρεββατι και ξεσπασε σε γοερα αναφυλλητα αδιαφορωντας για τους παντες και τα παντα. 
                   ===============================
Η απογευματινη ιατρικη ετυμηγορια ηταν ξεκαθαρη, ωμη και ειλικρινης. Ηταν απιστευτο που ειχε αντεξει και τοσο. Το χτυπημα ηταν συντριπτικο, αυτο που βιωναν ολοι ηταν ενα απο κεινα τ' ανεξηγητα θαυματα. Ομως ολοι συμφωνουσαν πως το συγκεκριμενο βραδυ θα ηταν το τελευταιο του. Ολες οι ενδειξεις, ολα τα συμπερασματα συνεκλιναν προς αυτο το γεγονος.
Δεν πηρε καν ειδηση την νοσοκομα που ειχε μπει στο δωματιο παρα μονο οταν ειχε ακουμπησει απαλα και συμπονετικα το χερι της στον ωμο της. Σηκωσε το κεφαλι και την κοιταξε με τα ματια κατακοκκινα και πρησμενα απο το κλαμα. Της φανηκε σαν να την ρωτησε αν χρειαζοταν κατι και κουνησε μηχανικα αρνητικα το κεφαλι της. Τι να χρειαζοταν ? Τι θα μπορουσε να χρειαζοταν μια τετοια στιγμη ? Οχι, δεν χρειαζοταν κατι.
Ειδε την νοσοκομα να βγαινει απο το δωματιο και σηκωθηκε απο την καρεκλα της.
-'Χρονο χρειαζομαι' ψιθυρισε στον εαυτο της, 'λιγο χρονο μονο'.
-'Παρων' ακουσε μια φωνη απο το βαθος του δωματιου.
               ================================
Στραφηκε τρομαγμενη προς την κατευθυνση της φωνης και κοκκαλωσε. Δεν ηταν μονη της πια στο δωματιο. Ενας αντρας ψηλος, με μακρυ. ελευθερο μαλλι, με περιποιημενο γενι, χωμενος μεσα σ' ενα σταχτι κουστουμι, με ασπρο πουκαμισο και γιλεκο την κοιταζε χαμογελωντας απο την αλλα μερια του δωματιου. Στο αριστερο του χερι κρατουσε ενα κομψο μπαστουνι με φιλντισενια λαβη και ακουμπουσε πανω του. Δεν φαινοταν να το χρειαζεται στην πραγματικοτητα, ηταν απλα ενα αξεσουαρ που συμπληρωνε τελεια την εμφανιση του.
-'Ποιος εισαι ? Πως βρεθηκες εδω' ? τραυλισε η Λιζ Γουατσον.
Ο αντρας εκανε μια θεατρινιστικη κινηση κοιτωντας ολογυρα σαν να εψαχνε να βρει καποιον αλλο εκτος των τριων τους στο δωματιο και γελασε απαλα.
-'Με πληγωνει η ερωτηση σου Λιζ Γουατσον' ειπε με βραχνη, βαθια φωνη. 'Αν δεν κανω λαθος μολις τωρα εξεδηλωσες την επιθυμια σου για την παρουσια μου'.
-'Τι εννοεις ? Πως ξερεις τ' ονομα μου' ? ρωτησε η Λιζ αδυνατωντας να καταλαβει τι συνεβαινε.
                    ============================
-'Ο Χρονος, αυτος που φωναξες' απαντησε ο αντρας διχως να σταματησει να χαμογελαει. 'Ξερω, καταλαβαινω πως σου ακουγεται αυτο που λεω μα αυτος ειμαι'.
Διχως να περιμενει αποκριση σηκωσε το μπαστουνι του και σημαδεψε το μεγαλο ρολοι που κρεμοταν απεναντι στον τοιχο. Οι δεικτες αρχισαν να κινουνται στην αρχη σαν τρελοι και μετα σταματησαν. Το μπαστουνι εδειξε τωρα προς το ανοικτο παραθυρο και υπακουοντας στο νοημα του αντρα η Λιζ κοιταξε απ' εξω. Ολα φαινονταν να εχουν παγωσει, ολα ηταν παντελως ακινητα. Γυρισε και κοιταξε τον αντρα με τα ματια διαπλατα απο την απορια.
-'Νομιζω πως μπορουσε να κανουμε αυτην τη κουβεντα σε 'νεκρο' χρονο' ειπε και γελασε με το λογοπαιγνιο του.
-'Ποια κουβεντα' ? απορησε η Λιζ. 'Τι θελεις απο μενα ? Ποιος εισαι τελος παντων' ?
Μια παγωμαρα καλυψε το προσωπο του αντρα και τα χαρακτηριστικα του σκληρυναν.
-'Σου ειπα πως ειμαι ο Χρονος' ειπε κοφτα 'και ειμαι εδω γιατι εσυ με ζητησες. Αν αλλαξες γνωμη μου επιτρεπεις ν' αποχωρησω' συνεχισε.
                               ================================
-'Στασου' φωναξε πανικοβλητη η Λιζ 'στασου. Αν εισαι πραγματι αυτος που λες περιμενε'.
Ο αντας γυρισε και την κοιταξε.
-'Δεν ξερω απο που ν' αρχισω' εκανε η κοπελα με την συγχυση να δυναστευει τη φωνη της.
-'Επετρεψε μου να βοηθησω' εκανε ο αντρας που ειχε ξαναβρει το χαμογελο του. 'Χρειαζεσαι καποια βοηθεια εδω ετσι' ? ειπε κι εδειξε με το μπαστουνι του το κρεββατι.
-'Ναι, αλλα δεν ξερω τι' ειπε η Λιζ.
-'Καποια συμφωνια μηπως' ? ρωτησε παντα χαμογελαστα ο Χρονος.
-'Τι συμφωνια' ? εκανε η Λιζ. 'Σαν κι αυτες που κανει καποιος με τον Διαβολο' ?
Ο αντρας ξεσπασε σ' ενα τρανταχτο, πηγαιο, καθαριο γελιο. Οταν σταματησε την κοιταξε.
-'Τον Διαβολο ? Πολλες ταινιες βλεπεις Λιζ Γουατσον. Πραγματι πιστευεις αυτες τις ανοησιες ? Ακου τον Διαβολο' συμπληρωσε και ξεσπασε παλι στα γελια.
-'Ωραια, δεν εισαι ο Διαβολος, εισαι ο Χρονος και σε ρωταω αν μπορω να κανω μια συμφωνια μαζι σου' ειπε η Λιζ.
                          ==============================
-'Ησασταν μαζι σχεδον ενα χρονο' ειπε αντι απαντησεως ο Χρονος σουλατσαροντας στο δωματιο παιζοντας με το μπαστουνι του. 'Τσακωθηκατε, κατι απολυτα φυσιολογικο και συνηθισμενο αναμεσα στα ζευγαρια, μεινατε χωρια ενα διαστημα, καποια στιγμη μεσω ορισμενων γεγονοτων που γνωριζεις ηδη αποφασισατε να βρεθειτε για μια ακομα συναντηση. Μεσα στον ενθουσιασμο του, την λαχταρα και την βιασυνη του να σε ξαναδει δεν προσεξε το κοκκινο φαναρι με αποτελεσμα το φορτηγο που τον χτυπησε να τον φερει σ' αυτην εδω την κατασταση. Και πριν λιγο ο γιατρος πιστοποιησε πως σημερα θα ειναι το τελευταιο του βραδυ, με δυο λογια ξεμενει απο Μενα. Νοιωθεις υπευθυνη γι αυτο που συμβαινει, κατι που δεν θα με απασχολουσε διολου αν οι ενοχες που σου δημιουργηθηκαν δεν σ' εφταναν στο σημειο να με καλεσεις αθελα σου, ετοιμη να δεχτεις οποια συμφωνια σου προσφερω αρκει ν' αποτραπει το ολοφανερο και αναποφευκτο τελος που θα ειναι γεγονος σε μερικες ωρες. Και σε ρωταω Λιζ Γουατσον, νοιωθεις ετοιμη για οποιαδηποτε συμφωνια' ? 
                                  ===============================
Ιατρικο θαυμα το ειχαν χαρακτηρισει οι γιατροι, απ' αυτα που συμβαινουν ενα στο δισεκατομμυριο, αφου ο ετοιμοθανατος οχι μονο ειχε ανακαμψει αλλα σε λιγοτερο απο τρεις μερες ειχε παρει κι εξιτηριο. Ολα ειχαν αλλαξει. Το ατυχημα του ειχε δωσει μια καινουργια αντιληψη για την ζωη κι ενοιωθε πιο ερωτευμενος παρα ποτε μαζι της. Μα και η Λιζ δεν πηγαινε πισω. Ηταν σαν καποιος να της ειχε προσφερει ξανα ζωη, σκοπο και νοημα σε μια στιγμη που φαινοταν πως τα ειχε χασει ολα.
Τιποτα δεν εμοιαζε να μπορει να σκιασει η να ξεθωριασει αυτον τον ερωτα που φουντωνε και γιγαντωνοταν καθημερινα, ουτε ακομα και καποιες στιγμιαιες πινελιες μελαγχολιας που σποραδικα στολιζαν το πανεμορφο προσωπο της Λιζ. Η φραση 'σ' αγαπω' ειχε βρει το πραγματικο της νοημα αναμεσα τους και τιποτα δεν ηταν πιο αληθινο απ' αυτο που ζουσαν.
Οι μερες κυλαγαν σε απολυτη ευδαιμονια και η Λιζ ειχε παψει πια να μετραει. Δεν την ενοιαζε, προτιμουσε να μην ξερει. Ετσι κι αλλιως ηταν η μονη που γνωριζε πως ολη αυτη η απολυτη ευτυχια ειχε ημερομηνια ληξης, μια ημερομηνια που αργα μα σταθερα πλησιαζε. 
                            =============================
Μπηκε στην κρεββατοκαμαρα και χωθηκε μεσα στα σκεπασματα. Δευτερολεπτα μετα ειχε κουρνιασει στην αγκαλια του προσπαθωντας να μην σκεφτεται.
-'Λοιπον μωρο, αυριο κανονισα να μην παω για δουλεια γιατι σου εχω μια μεγαλη εκπληξη. Και μην με ρωτας τι εκπληξη γιατι αμα σου πω δεν θα ειναι μετα εκπληξη. Να ξερεις μονο πως'...
Τον ακουγε μα δεν παρακολουθουσε τι της ελεγε. Οσο κι αν προσπαθουσε δεν μπορουσε να μην το σκεφτεται. Ηταν το τελευταιο βραδυ που περνουσαν μαζι. Το πρωι θα υπηρχε μια εκπληξη πραγματι, μονο που θα προερχοταν απο την ιδια και δεν θα ηταν καθολου καλη. Ομως αυτην τη συμφωνια ειχε κανει και ηξερε πως καποια στιγμη θα επρεπε να εκπληρωσει το δικο της μερος οπως ο Χρονος ειχε δεσμευτει για το δικο του. Και οσο κι αν φαινοταν παραδοξο τον ευγνωμονουσε γι αυτο. Της ειχε δωσει την ευκαιρια να ζησει τον απολυτο ερωτα σε ολη του την μεγαλοπρεπεια και ειχε φτασει η ωρα να πληρωσει το τιμημα. Σφιχτηκε ακομα περισσοτερο πανω του κι εφερε στο νου της την συμφωνια που ειχε κανει.
                  ===============================
-'Θα ζησει' ειχε πει ο Χρονος. 'Ομως καθε φορα που θα σου λεει 'σ' αγαπω' ενας χρονος απο την ζωη σου θα γινεται δικος μου. Εξωτερικα δεν θα φανει ποτε αυτο, ομως εσωτερικα καθε φορα που θ' ακους αυτη τη φραση απο τα χειλη του θα γερνας κατα ενα χρονο. Θα ζησεις και θα πεθανεις αναλογα με το ποσο πολυ σ' αγαπαει και σου το λεει. Οταν θα φτασεις στο τελευταιο 'σ' αγαπω' θα ειμαι εκει για να ξερεις πως θα πρεπει να εκπληρωσεις το δικο σου μερος της συμφωνιας. Αυτο εχω να σου προσφερω. Λοιπον' ?
 Ειχε σκεφτει εκατονταδες φορες να του πει να μην της πει ποτε ουτε ενα 'σ' αγαπω' μα τι ζωη θα ηταν αυτη ? Αν ηταν η αγαπη του που θα την σκοτωνε κυριολεκτικα καθε μερα το προτιμουσε απ' οτιδηποτε αλλο. Δεν του το ειχε πει ποτε. Και σημερα ειχε δει τον Χρονο στον καθρεφτη, ηξερε πως σημερα θα ηταν το τελος. Μα θα πεθαινε στην αγκαλια του κι αυτο δεν το αλλαζε με τιποτα στον κοσμο.
-'Ει, που ταξιδευεις εσυ' ? της ειπε και της εστρεψε το προσωπο προς το μερος του.
Του χαμογελασε μ' οσο κουραγιο της ειχε απομεινει.
-'Σου ειπα σημερα ποσο πολυ σ' αγαπαω' ? της ειπε και την αγκαλιασε ακομα πιο πολυ.



                                            ΤΕΛΟΣ




Σάββατο 17 Οκτωβρίου 2015

  ΜΙΑ ΥΠΟΣΧΕΣΗ ΣΤΗ ΣΚΙΑ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ



                      ΚΕΦΑΛΑΙΟ 68





-'Εισαι καλα' ? ρωτησε την κοπελα ενω ταυτοχρονα την βοηθουσε να σηκωθει.
-'Αν δεν ησουν εσυ δεν ξερω πως θα ημουνα' απαντησε η Λουσυ. 'Σ' ευχαριστω για την βοηθεια, ο Σραπ ειναι ικανος για ολα'.
-'Ο Σραπ' ?
-'Μεγαλη ιστορια, τι να σου λεω τωρα' απαντησε η κοπελα και για πρωτη φορα μετα την επιθεση ενοιωσε αρκετα ηρεμη για να περιεργαστει τον αντρα απεναντι της. Ηταν γυρω στα σαραντα, με μακρια μαλλια κι ενα περιεργο ντυσιμο που εκανε σαφες πως δεν ηταν ντοπιος. Αυτο που της εκανε εντυπωση ηταν τα ματια του που εμοιαζαν να  εχουν μια γαληνη αλλα και κατι το τρομακτικο ταυτοχρονα και ασυναισθητα ενοιωσε μια στιγμιαια ανατριχιλα ν' ανεβοκατεβαινει την σπονδυλικη της στηλη. 
-'Ησουνα τυχερη' της ειπε 'που βρεθηκα εδω την σωστη στιγμη. Εψαχνα για καποιον Μπλανκο Αμαριγιο, ξερω πως μενει καπου εδω αλλα ειδα την σπασμενη πορτα και ακουσα τις φωνες οποτε'....
                     ============================
-'Δεν ξερω κανεναν Αμαριγιο' ειπε τρεμουλιαστα η κοπελα μ' ενα τονο που δεν εγινε πιστευτος.
-'Μην φοβασαι, δεν θελω το κακο του' απαντησε ηρεμα ο ξενος 'απλα του φερνω ενα μηνυμα απο μια παλια του φιλη, την Μορενα Μοριεντες'.
Χαστουκι να της ειχε δωσει ξαφνικο δεν θ' αναπηδουσε ετσι στο ακουσμα του ονοματος της αρχαιολογου. Δεν την ηξερε προσωπικα, αλλα γνωριζε την κατασταση που υπηρχε καποτε μεταξυ του Μπλανκο και της Μορενα. Κι αυτο δεν της αρεσε καθολου. Προφανως ετρεφε αισθηματα για τον ισπανο κι αυτο ηταν κατι που επρεπε να εκμεταλλευτει.  
-'Χρειαζομαι την βοηθεια του' ειπε ψευδομενος ο ξενος με περισση ανεση. 'Αν μπορουσες να με βοηθησεις θα με υποχρεωνες' συμπληρωσε.
Η Λουσυ φανηκε να δισταζει για λιγο μα κατι επανω του την ωθουσε ανεξηγητα να τον εμπιστευτει. Εξ' αλλου μολις την ειχε γλυτωσει απο τα χερια του Σραπ.
-'Μενει απεναντι' ειπε 'αλλα τωρα λειπει. Αν θελεις μπορεις να τον περιμενεις εδω'.
                    ==============================
Το πρωτο πραγμα που προσεξε κατα την επιστροφη του σπιτι ο Μπλανκο Αμαριγιο ηταν η αφυσικη θεση της πορτας στο δωματιο της Λουσυ. Παντοτε εριχνε μια ματια προς τα κει πριν μπει σπιτι του κι αυτη τη φορα κατι δεν του αρεσε στο γενικο πλανο. Πλησιασε και καταλαβε πως η πορτα ηταν απλα ακουμπισμενη στο κουφωμα. Την παραμερισε και ανησυχος μπηκε μεσα. Η Λουσυ ηταν με πελατη. Πριν προλαβει να γυρισει να φυγει ακουσε την κοπελα.
-'Αυτος εδω ο κυριος ζηταει εσενα' ειπε. 'Εχει καποιο μηνυμα να σου δωσει' συνεχισε και αφου εβαλε λιγο ψυχρο ατσαλι στην φωνη της ολοκληρωσε. 'Απο την Μορενα'.
Ηταν η σειρα του σπανιολου ν' αναπηδησει τωρα. Μεχρι να βρει την λαλια του ο αγνωστος ειχε σηκωθει, τον ειχε πλησιασει και ηδη του μιλουσε.
-'Μπορουμε να παμε καπου να μιλησουμε' ?
-'Ναι, πως, βεβαια' εκανε αμηχανα 'αλλα η Λουσυ...θελω να πω...'
-'Προς το παρον θα ειναι ενταξει' τον καθησυχασε ο ξενος. 'Παμε' ?
                             ==============================
Σ' ολη τη διαδρομη μεχρι την 'Μελαγχολικη Οξια' ο κυβος εδινε σημεια ζωης. Οχι, ο Μπλανκο Αμαριγιο δεν ηταν ο στοχος του αλλα με καποιον τροπο συνδεοταν μαζι του. Μολις τον μαθαινε, τον εντοπιζε και εκλεινε αλλον ενα κυκλο, τοσο απλα.
Και το επομενο ψεμα παλι του βγηκε αβιαστα. Ηταν την στιγμη που ο Μπλανκο τον ειχε ρωτησει που βρισκοταν τωρα η Μορενα.
-'Αν δεν αλλαξε τα σχεδια της, αυτην τη στιγμη πρεπει να βρισκεται στην Αιγυπτο' του ειπε 'και ν' ασχολειται με καποια ανασκαφη. Αυτο μονο ξερω'.
Διαβασε ευκολα την απογοητευση στα ματια του αλλα δεν αλλαξε την ιστορια του. Η συζητηση διακοπηκε αποτομα οταν ενας αγνωστος σωριαστηκε σε μια αδεια καρεκλα του τραπεζιου τους. Γουες ΜακΓκιντυ λεγοταν, δημοσιογραφος και ειχε μια πραγματικα χαλια μερα.
Επελεξε ν' αποσυρθει διακριτικα αφηνοντας τους μονους αφου συμφωνησε να συναντηθουν ξανα σε δυο μερες με τον ισπανο. Δεν ηθελε να βιαστει για να μην κινησει υποψιες.
                       ========================
Της πηρε καμποση ωρα μεχρι να βρει το σωστο ξενοδοχειο. Απο τα λιγα που ειχε προλαβει να δει δεν υπηρχε συγκριση αναμεσα στις δυο πολεις. Το Λονδινο, βλοσυρο, σκυθρωπο και μουντο ενω το Παρισι φωτεινο, χαρουμενο, ανεμελο. Αν ειχε επιλογη θα ειχε παραμενει στο Παρισι, ομως δεν μπορουσε να κανει διαφορετικα. Ο ξενος ειχε δωσει τ' ονομα του Μπλανκο και οταν το ακουσε παλι της ηρθε μια μελαγχολια. Ηταν εκει, καπου εκει, σ' αυτη την ρυπαρη και αθλια πολη κι αυτο της δημιουργουσε αναμικτα συναισθηματα.
Προς το παρον δεν μπορουσε να κανει πολλα πραγματα. Ηθελε να ηρεμησει, να ξεκουραστει και να χαλαρωσει. Δεν γνωριζε που ηταν ο ξενος οποτε δεν μπορουσε να κανει κατι αλλο εκτος του να περιμενει. Ενα κυμα ασφαλειας και σιγουριας την αγκαλιασε και την παρεδωσε στον Μορφεα ενω την ιδια στιγμη, μια σκοτεινη, ακινητη φιγουρα ειχε καρφωσει τα ματια της στην προσοψη του ξενοδοχειου καταγραφοντας στον χαρτη του μυαλου του το κτιριο.
Μετα ο Μπρουνο Πετσαι επιβιβαστηκε σε μια αμαξα με προορισμο το τοπικο παραρτημα του ταγματος στο Λονδινο. 
                     ============================
Ο Ντεννις ο Σκατζοχειρος ακουγε προσεκτικα οσα του ελεγε ο μωλωπισμενος αντρας απεναντι του παιζοντας μ' ενα χαρτοκοπτη. Ενοιωθε, οσο συνεχισε ν' ακουει, πως τα μαλλια του που στεκονταν ορθια απο τοτε που θυμοταν τον εαυτο του και του ειχαν δωσει το παρατσουκλι σκαντζοχειρος, να σηκωνονται σε ορθια σταση ακομα περισσοτερο. Οταν ο Σραπ ολοκληρωσε ο Ντεννις εμεινε για λιγο σκεπτικος. Ηξερε πως ελαχιστοι μπορουσαν να τα βαλουν με τον Σραπ και να καυχηθουν πως στεκονταν ακομα ορθιοι. Γνωριζε ακομα πως ο Σραπ ηταν πιστο σκυλι, δεν θα τον προδιδε ποτε, ουτε θα εγκατελειπε ποτε οτι του ανεθετε. Ηταν ξεκαθαρο πως εδω ειχε να κανει με κατι που δεν ειχε προβλεψει, εναν ασταθμητο παραγοντα. Οπως και να ειχε ο αγνωστος ειχε χωσει την μυτη του στις δουλειες του μα ασχετα με το ποιος ηταν η τι ηθελε η ποιον βοηθουσε κι εξυπηρετουσε ειχε κανει το μοιραιο λαθος. Τα ειχε βαλει με λαθος ανθρωπο.
Γιατι ο Ντεννις ηταν αποφασισμενος οχι μονο να του δωσει ενα καλο μαθημα αλλα να τον χρησιμοποιησει και σαν παραδειγμα για το τι περιμενε οποιονδηποτε μπλεκοταν στα ποδια του.
                       ===========================
-'Ειναι λιγο περιεργες αυτες οι μερες' αρχισε τον μονολογο του ο Ντεννις. 'Μ' αυτους τους φονους εχει πλημμυρισει η περιοχη αστυνομικους και πρεπει να ειμαστε προσεκτικοι. Ομως δεν μπορουμε ν' αφησουμε και τα συμφεροντα μας απροστατευτα, καταλαβαινεις' ? ρωτησε τον Σραπ που ακουγε με προσοχη.
-'Πρεπει λοιπον να δρασουμε εξυπνα και να φροντισουμε να μην συνδεθουμε με τ' οτιδηποτε συμβει' συνεχισε ο Ντεννις. 'Κι επειδη δεν γνωριζουμε ακριβως με τι εχουμε να κανουμε θελω το κουφαρι αυτου του ενοχλητικου να γινει γευμα για τους αρουραιους και οσο για τον αλλο, τον ισπανο, θα πρεπει να επιλεξει, και να επιλεξει σοφα'.
Ειδε τον Σραπ να σηκωνεται και συνεχισε.
-'Θελω αυτο να το αναλαβεις μαζι με τις Διδυμες' ειπε σαν επιλογο.
-'Τις Διδυμες' ? απορησε ο Σραπ. 'Αφεντικο μπορω και μονος μου να'....
-'Μαζι με τις Διδυμες' επανελαβε ο Ντενις. 'Και τωρα τσακισου απο μπροστα μου'.
                            ================================
Δεν θα ηταν δυσκολο να εντοπισει τον στοχο του. Ο κυβος ειχε ζωντανεψει στην αναφορα της λεξης 'Λονδινο', ειχε επιβεβαιωσει πως ηταν στο σωστο δρομο οταν συναντησε τον ισπανο, το μονο που ειχε να κανει ηταν να κινηθει αμεσα και να τελειωνει μια ωρα νωριτερα.
Τις διασπαρτες σκεψεις του σχετικα με τις επομενες κινησεις διεκοψε ο υπαλληλος του ξενοδοχειου πληροφορωντας τον πως το δευτερο δωματιο που ειχε κλεισει ειχε αποκτησει ενοικο. Διχως χρονοτριβη χτυπησε την πορτα και η Μορενα ανοιξε αμεσως.
-'Συνεβη κατι στο Παρισι' ? ρωτησε και η γυναικα του ειπε την περιπετεια της.
Ο ξενος την καθησυχασε χτυπωντας την φιλικα στον ωμο.
-'Τον βρηκες' ? ρωτησε με σπασμενη φωνη.
Το τριτο ψεμα βγηκε πιο αυθορμητο απ' ολα τ' αλλα.
-'Δεν ειναι πια στο Λονδινο εδω και καιρο' απαντησε. 'Αν οι πληροφοριες που εχω ειναι σωστες αυτη τη στιγμη πρεπει να ειναι στην Λειψια' ειπε και περιμενε αντιδραση. 
                         ==========================
-'Ξερεις τουλαχιστον που πηγε' ? ρωτησε εναν πραγματικα συντετριμμενο Γουες.
-'Ιδεα δεν εχω' απαντησε ξεψυχα ο δημοσιογραφος. 'Μαλλον στην αδελφη της, δεν ξερω'.
Για λιγο εμειναν σιωπηλοι απασχολουμενοι στο πως θα κατεβαζαν την σταθμη της μπυρας στα ποτηρια τους. Ο Μπλανκο περασε τα χερια στα μαλλια του και μιλησε.
-'Και τι θα κανεις τωρα' ?
Ο Γουες σχεδον πνιγηκε μ' ενα πικροχολο γελιο που ενεσκηψε αιφνιδιως.
-'Θα βρω την Εμιλυ Χολλαντ' απαντησε. 'Πρεπει να μαθω τι εγινε, χρειαζομαι πληροφοριες για το αρθρο' συνεχισε και αδειασε το ποτηρι που ειχε μπροστα του.
-'Κοιτα Γουες, εγω...πραγματικα λυπαμαι φιλε...τι να πω'....ξεκινησε μα δεν ολοκληρωσε.
Ο δημοσιογραφος σηκωθηκε και πεταξε μερικα σελλινια στο ξυλινο τραπεζι.
-'Πηγαινε και συ σπιτι να ξεκουραστεις' ειπε 'και αυριο ισως κατορθωσω να περασω και να τα πουμε. Η Μορενα ε ? Μην μεθυσεις παλι, δεν αξιζει' συνεχισε και απομακρυνθηκε.
                    =============================
Δεν ηταν η προτροπη του φιλου του τοσο οσο η επιθυμια του να διατηρησει σ' οποιον βαθμο αυτο ηταν εφικτο την καθαροτητα του μυαλου του. Η επιστροφη του φαντασματος που ακουγε στο ονομα Μορενα Μοριεντες ηταν απροβλεπτη μα επρεπε να γινει διαχειρισιμη.
Κοιταξε δεξια το δωματιο της Λουσυ και κατευθυνθηκε προς τα κει. Η κοπελα ηταν μεσα μα καταλαβε αμεσως πως φοβοταν να μεινει σ' ενα σπιτι διχως πορτα να το προστατευει.
Την πηρε απο το χερι και την τραβηξε πισω του προς την κατευθυνση του δικου του σπιτιου.
-'Αυριο θα δουμε τι θα κανουμε με την πορτα' ειπε. 'Αποψε θα κοιμηθεις σε μενα'.
-'Αν παθαινες κατι απο τον Σραπ εξ' αιτιας μου δεν ξερω και γω τι θα εκανα' ειπε αφου ειχαν βολευτει.'Δεν με νοιαζει για μενα αλλα να παθει κακο καποιος '....
Δεν αποσωσε την φραση του βλεποντας την κοπελα να σηκωνεται, να ερχεται διπλα του και να χωνεται στην αγκαλια του. Με το χερι του ανασηκωσε το πηγουνι της για να την κοιταξει.
Ουτε καν καταλαβε πως απο την μια στιγμη στην αλλη τα χειλη τους ενωθηκαν σ' ενα παραφορο φιλι.




Τρίτη 13 Οκτωβρίου 2015

  ΜΙΑ ΥΠΟΣΧΕΣΗ ΣΤΗ ΣΚΙΑ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ



                       ΚΕΦΑΛΑΙΟ 67





Ο Εντμουντ Ριντ καρφωσε τα ματια του στον απεναντι τοιχο οπου δεσποζε καρφιτσωμενος ενας χαρτης της ευρυτερης περιοχης του Ιστ Εντ. Μεσα σ' εναν κοκκινο κυκλο βρισκοταν σημειωμενη η περιοχη που ειχε βρεθει το πτωμα της ατυχης Μαιρη Αν Πολυ Νικολς. Ο Ριντ πλησιασε αργα τον χαρτη και μ' εναν κοκκινο μαρκαδορο σημειωσε αλλον ενα κυκλο, πολυ κοντα στο ηδη υπαρχοντα. Σταθηκε για λιγο βουβος και μετα ανοιξε την πορτα του γραφειου του φωναζοντας καποιον απο τους υπαξιωματικους που ηταν εξω στην αιθουσα.
Οταν ο ετερος βαθμοφορος μπηκε στο γραφειο ο Ριντ τον οδηγησε μπροστα στον χαρτη.
-'Ο αλλος κυκλος που προστεθηκε μολις τωρα' ειπε 'ειναι το σημειο που δολοφονηκε στις 7 Αυγουστου η Μαρθα Ταμπραμ, ο φονος που ακομα δεν εχει διελευκανθει. Εχω την ισχυρη πεποιθηση πως προκειται για τον ιδιο δολοφονο. Γι αυτο ζητησα απο τα κεντρικα της Σκωτλαντ Γιαρντ επιπλεον βοηθεια σε εμψυχο υλικο. Μεχρι να ερθουν ομως θελω ολες τις λεπτομερειες των δυο φονων στο γραφειο μου το συντομοτερο δυνατον'.
                        ============================
Η Νταιανα Μεισον βηματιζε νευρικα πανω κατω σαν το θηριο στο κλουβι. Ειχε πια φτασει στο οριο της υπομονης της. Ειχε δωσει ενα σωρο ευκαιριες στον Γουες ΜακΓκιντυ μα δεν ηταν διατεθειμενη να το πραξει ξανα. Η αληθεια ηταν πως ειχε ανεχτει, αργοποριες, ακυρωσεις, αναβολες σε τετοιο βαθμο που ειχε φτασει στο σημειο ν' αναρωτιεται αν συζουσε με φαντασμα η υπαρκτο προσωπο. Καταλαβαινε τις δυσκολιες που ειχε η δουλεια του σαν δημοσιογραφος, αντιλαμβανονταν πληρως την ελλειψη ωραριου και ολα τα εκτακτα που εμφανιζονταν ολο και πιο συχνα τελευταια, ομως χαμενος μεσα σ' αυτον τον κυκεωνα ο Γουες δεν συνειδητοποιουσε πως τα αποθεματικα περιθωρια ανοχης της Νταιανα ειχαν εξαντληθει. Η αποφαση της να του ανακοινωσει να διακοψουν της εφερνε μια λυπη στην ψυχη μα ταυτοχρονα ενοιωθε σαν τον ναυαγο που ξαναβρισκει την επαφη του με την πολυποθητη στερια. Επελεξε να μην τον περιμενει, ποιος ηξερε τι ωρα θα επεστρεφε, αλλα να παει η ιδια στην εφημεριδα, το μονο μερος που γνωριζε πως θα ηταν στα σιγουρα. Η διαδικασια του τελους μολις ειχε ξεκινησει.  
                       ============================
-'Ελα Μαγκι, δωσε μου κατι, οτιδηποτε να παω στην εφημεριδα' ειπε εκλιπαρωντας ο Γουες. 
'Εχω ηδη ραντεβου με την Νταιανα κι εχω αργησει, θα με σκοτωσει. Οσο πιο γρηγορα τελειωσω...Ελα, κανε μου αυτη τη χαρη κι απο μενα οτι θες'.
Ειχε τραβηξει την κοπελα σ' ενα απομερο σημειο του τμηματος προσπαθωντας ν' αποσπασει οποιαδηποτε πληροφορια, μικρη η μεγαλη για το αρθρο του. Η Μαγκι κοιταξε κλεφτα αριστερα και δεξια και σαν να βιαζοταν να τα βγαλει ολα απο πανω της αρχισε να μιλαει.
-'Μαιρη Αν Πολυ Νικολς, πορνη, γυρω στα 40. Την βρηκαν νεκρη, φρικτα κατακρεουργημενη, στην Μπακς Ροουντ. Οποιος το εκανε πρεπει να ειναι ψυχοπαθης, δεν φανταζεσαι τι ειχε διαπραξει πανω στο πτωμα της. Ο τελευταιος που την ειδε ζωντανη ηταν η Εμιλυ Χολλαντ, η συγκατοικος της. Ηταν πριν λιγο εδω και την ανεκρινε ο διεθυντης ο ιδιος'. 
-'Εισαι κουκλα' πεταξε ο Γουες και της εδωσε ενα σκαστο φιλι στο μαγουλο. Ευχαριστω'.
Εφευγε σαν τρελος οταν η φωνη της Μαγκι τον φρεναρε.
-'Καλη τυχη με την Νταιανα'  του ειπε πριν αρχισει παλι τον αγωνα δρομου.
                    ===============================
Η Λουσυ Μπανκροφτ δεν ειχε απαντησει ουτε μια φορα στα πολλα επανειλλημενα χτυπηματα που ειχε δεχτει στην πορτα της απο το πρωι. Για την ακριβεια ειχε επαναλαβει παμπολλες φορες την φραση 'Δεν δουλευω σημερα' για να ξεκαθαρισει αυτο ακριβως το γεγονος που ειχε γινει αποδεκτο απ' ολους, σε μερικους αμεσα και σε αλλους με περισσοτερη επιμονη.
Προσπαθουσε να υποβαθμισει οσο μπορουσε το γεγονος πως αυτο που ειχε νοιωσει, εστω κι αυτα τα ελαχιστα δευτερολεπτα διπλα στον Μπλανκο Αμαριγιο δεν ηταν κατι περισσοτερο απο ενα εντονο ενδιαφερον για καποιον που εκανε οτι ηταν ανθρωπινως δυνατον να καταβαραθρωσει τη ζωη του. Ηξερε πως δεν ηταν ετσι μα δεν ειχε αλλο τροπο, εστω και προσωρινα, για ν' απαγκιστρωθει απ' αυτες τις σκεψεις.
Ο γδουπος της πορτας που κατεδαφιζοταν με θορυβο την εκανε ν' αναπηδησει. Η φιγουρα που μολις ειχε εισβαλλει στο διαμερισμα της δεν της ηταν αγνωστη.
-'Ειναι εδω ο σπανιολος'  ? ρωτησε ο Σραπ με αγριεμενο υφος.
                ============================
Το μονο που ειχε κατορθωσει να μαθει ηταν πως ισως μαθαινε περισσοτερα γι αυτον που ζηταγε στην 'Μελαγχολικη Οξια', την παμπ του Λιο Ρομπινσον και της Μολλυ Πλεζανς. Δεν ειχε χρονο για χασιμο και κινησε για κει. Ηταν πολυ πρωι για να υπαρχει θεωρητικα κοσμος μεσα στην παμπ, ομως δεν ηταν κι αδεια. Πλησιασε τον αντρα που στεκοταν διπλα στο μπαρ.
-'Ψαχνω καποιον Μπλανκο Αμαριγιο' ειπε. 
-'Τον σπανιολο' ? βιαστηκε ν' απαντησει ο αντρας. 'Και τι'....
-'Δεν υπαρχει κανενας εδω μ' αυτο το ονομα' ακουστηκε μια γυναικεια φωνη στο βαθος μα η ζημια ειχε γινει. Το βλεμμα του αγνωστου επαιξε για λιγο αναμεσα στους ιδιοκτητες της αντιθετης αποψης. Τελικα στραφηκε και μιλησε στην γυναικα.
-'Χρειαζομαι την βοηθεια του' ειπε οσο πιο ηρεμα μπορουσε, 'δεν θελω το κακο του'.
Η Μολλυ τον σταθμισε για λιγο και απαντησε διστακτικα.
-'Για να χρειαζεσαι την βοηθεια του πρεπει να εισαι το λιγοτερο απελπισμενος'.
                  ============================
Δεν αργησε να φτασει στο κτηριο που εμενε ο ισπανος. Παρατηρησε μια σχετικη αναστατωση που υπηρχε τριγυρω μα δεν εδωσε σημασια. Πριν φτασει στην πορτα του και την χτυπησει το ματι του κατεγραψε το ασυνηθιστο που υπηρχε στην αλλη μερια του διαδρομου με την πεσμενη πορτα και ο εγκεφαλος του του εδωσε εντολη να παει προς τα κει. Η τρομαγμενη γυναικεια φωνη σε συνδυασμο με την επιτακτικη αντρικη τον εκαναν να μπει μεσα χωρις δευτερη σκεψη.
Η κοπελα αιμορραγουσε απο την μυτη, πεσμενη στο πατωμα, ενω ο αντρας απο πανω της ειχε την γροθια του απειλητικα υψωμενη ετοιμος να καταφερει ενα ακομα χτυπημα.
-'Αρκετα' ειπε μ' εντονη φωνη αναγκαζοντας τον αντρα να στραφει  προς το μερος του.
-'Μην ανακατευεσαι στις δουλειες μου' μουγκρισε 'γιατι θα το μετανοιωσεις'.
-'Αν αυτη ειναι η δουλεια σου' ειπε αγερωχα ο ξενος 'σου εχω νεα. Μολις την εχασες'.
Ο αντρας ξεχασε την τραυματισμενη κοπελα που προσπαθουσε να σταματησει το αιμα που ετρεχε και ορμησε στον εισβολεα.
                        ==========================
Η καλοζυγισμενη γροθια του βρηκε αερα και αμεσα ενοιωσε τα πλευρα του να παιρνουν φωτια απο τον οξυ πονο. Διπλωθηκε στα δυο και οπισθοχωρησε. Χυμηξε και παλι, πιο προσεκτικα και μελετημενα αυτη τη φορα. Δεν ειδε καμια δραστικη βελτιωση, τουναντιον το χτυπημα στο σαγονι που δεχτηκε με την δυναμη βαριοπουλας τον σηκωσε στον αερα και μονο ο ευσπλαχνικος τοιχος πισω του διεκοψε την αφυσικη πτηση του.
Ο ξενος εσκυψε απο πανω του και ο Σραπ θεωρησε ευκαρια να δοκιμασει μια κλωτσια, με αποτυχημενη καταληξη και παλι. Ο αγνωστος τον σηκωσε στον αερα, τον περιεργαστηκε για λιγο και με μια απλη κινηση, σαν να πετουσε παιδικη κουκλα τον εστειλε αυτην τη φορα στον απεναντι τοιχο. Ηταν σκληροτραχηλος ο Σραπ μα πρωτη φορα αντιμετωπιζε τετοιον αντιπαλο.
Συρθηκε προς το ανοιγμα που καποτε καλυπτε η πορτα, ανασηκωθηκε και μουγκρισε παλι.
-'Εμεις οι δυο θα τα ξαναπουμε συντομα' και με οσο κουραγιο ειχε εφυγε τρεχοντας.
Ο ξενος αδιαφορησε για την φυγη του και εσπευσε να βοηθησει την κοπελα.
                     ==========================
Απο την βιασυνη του την ειδε την τελευταια στιγμη με την ακρη του ματιου του. 
-'Δυο λεπτα ματια μου' ειπε 'να δωσω στοιχεια για ενα αρθρο κι ερχομαι'.
Δεν περιμενε καν απαντηση η αντιδραση. Ορμησε στο γραφειο του αρχισυντακτη.
Η Νταιανα Μεισον προσπαθουσε ακομα να βρει τον πιο ανωδυνο τροπο για να ξεκινησει να λεει ολα αυτα για τα οποια ειχε κουβαληθει στην εφημεριδα, ετσι οταν ο Γουες ΜακΓκιντυ ξαναγυρισε δεν ηταν ακομη ετοιμη και την προλαβε.
-'Χιλια συγγνωμη που σ' αφησα να περιμενεις' ειπε 'μα εγινε κι αλλος φονος και βρηκα στοιχεια που θα μπουν στην πρωτη σελιδα. Σε δεκα λεπτα ειμαστε ετοιμοι να'....
-'Δεν υπαρχει λογος να βιαζεσαι Γουες' εκανε μ' ενα σχεδον απολογητικο υφος η Νταιανα. 'Μπορεις να κατσεις οσο θελεις και ν' ασχοληθεις οσο θελεις και με το φονο, και με το αρθρο σου και με οτι αλλο αγαπας'.
Ειδε το απορημενο υφος του συνομιλητη της και συνεχισε ακαθεκτη.
                      ===========================
-'Εδω και καιρο Γουες δεν υπαρχω στη ζωη σου. Κι αν υπαρχω δεν ξερω ουτε που ειμαι, ουτε τι αντιπροσωπευω, ουτε που θα καταληξω. Καταλαβαινω πως η δημοσιογραφια ειναι πολυ σημαντικο θεμα για σενα και το σεβομαι αλλα σεβομαι και τον εαυτο μου. Δεν απαιτησα ποτε τιποτα. Μονος σου σχεδιαζες πραγματα, μονος σου τα οργανωνες και για τους δυο μας αλλα ποτε δεν τα υλοποιησες. Υπηρξαν στιγμες που ενοιωθα πως προσπαθουσες να ισοροπησεις ενα σωρο πραγματα μαζι μα εγω ημουνα το πρωτο και σιγουρο που σου επεφτε απο τα χερια. Δεν λειτουργει τιποτα ετσι, δεν μας βγαζει πουθενα. Γι αυτο ειναι καλυτερα να σταματησουμε εδω πριν καταληξουμε απο δυο ξενοι που ειμαστε τωρα σε δυο εχθρους. Εχω κανονισει να παρω αυριο το πρωι τα πραγματα μου απο το σπιτι, θα το εκτιμουσα αν απουσιαζες'.
Σηκωθηκε απο την καρεκλα παρατηρωντας το αποσβολωμενο προσωπο του Γουες.
-'Και η αποφαση μου ειναι οριστικη Γουες, δεν εχει νοημα να πεις η να κανεις κατι'.
Απομακρυνθηκε με σταθερο βημα διχως να περιμενει ν' ακουσει τιποτα.
                  ============================
Ηταν τοσο βυθισμενος στο χαος ενος κοσμου που μολις ειχε γινει συντριμμια που ουτε που ακουσε οσα του ελεγε ο αρχισυντακτης. Το μυαλο του τον ενημερωσε πως υπηρχε παυση στην κουβεντα πραγμα που σημαινε πως επρεπε ν' απαντησει σε κατι που ποτε δεν ειχε ακουσει. Ετσι το 'τι ?' ηταν οτι πιο φυσιολογικο μπορουσε να πει εκεινη τη στιγμη. Η αδημονια του συντακτη ηταν εκδηλη στο προσωπο του καθως επαναλαμβανε οτι του ειχε μολις πει κι αυτη τη φορα ο Γουες συγκρατησε μερικα αποσπασματα. Ρεπορταζ απο τους γειτονες, διασταυρωση πληροφοριων απο την ιδια την Εμιλυ Χολλαντ, αναφορα του ιατροδικαστη και μερικα ακομα που καταφεραν να του διαφυγουν για δευτερη φορα μεσα σε ελαχιστο χρονικο διαστημα.
Σηκωθηκε μετα δυσκολιας σαν γερος που υπεφερε απο χιλιες ασθενειες, πηρε μηχανικα το παλτο του και βαδισε ακομα πιο μηχανικα προς την εξοδο.
Η Νταιανα Μεισον, η γυναικα που λατρευε οσο τιποτα αλλο, μολις τον ειχε εγκαταλειψει κι αυτος αντι να την κυνηγησει πηγαινε για δουλεια. 






  

  

Κυριακή 11 Οκτωβρίου 2015

                    SOTIRIS SVARNAS



                ΚΑΙ ΕΓΕΝΕΤΟ ΣΚΟΤΟΣ






Σταθηκε διπλα στο αυτοκινητο κι εριξε μια ματια απεναντι του. Κουνησε απελπισμενα το κεφαλι του κι αναψε τσιγαρο. Φυσηξε δυνατα τον καπνο προσπαθωντας μαζι ν' απαλλαγει απο ενα μερος του αγχους που ειχε αρχισει να τον κυριευει. Δεν υπηρχε περιπτωση να προλαβει να εχει τα παντα ετοιμα μεσα σε τρεις μερες. Οταν ειχε ζητησει μια τριημερη αδεια απο την δουλεια του πιστευε πως θα ξεμπερδευε γρηγορα. Ομως αυτο που αντικρυζε ηταν πραγματικη απογοητευση. Σηκωσε τα ματια του στον βουρκωμενο ουρανο προσπαθωντας να καταλαβει αν ακομα και τα συννεφα τον περιεπαιζαν με τον τροπο που μαζευονταν βιαστικα απο πανω του. Ηταν σιγουρος πως οταν θα ξεσπαγε η μπορα απο στιγμη σε στιγμη θα περιοριζοταν αυστηρα και μονο στον χωρο που ο ιδιος καταλαμβανε. Εβγαλε την βαλιτσα απο το πορτ μπαγκαζ και προσπαθησε να θυμηθει τι ειχε πεταξει μεσα βιαστικα. Ρουχα για τρεις μερες, τι αλλο, αλλα τωρα ηξερε πως δεν θα τον εφταναν. Κοιταξε το κινητο του. Δεν ειχε σημα. Ο Κεννυ Φινερ χαμογελασε σαν να ελεγε 'το περιμενα', πεταξε το τσιγαρο και ξεκινησε.
                    =================================
Εσωτερικα το σπιτι φαινοταν σε πολυ καλυτερη κατασταση απ' οτι εξω. Προφανως ο θειος του προτιμουσε να περναει τις περισσοτερες ωρες του μεσα παρα εξω, δεν μπορουσε να δωσει αλλη εξηγηση για την διαφορα που υπηρχε αναμεσα στο εσωτερικο και το εξωτερικο της επαυλης.
Πανω απο τον μεγαλο διαδρομο, σαν Δαμοκλειος σπαθη, κρεμοταν ενας πολυελαιος που ειχε σιγουρα ζησει ενδοξοτερες μερες. Η μεγαλη ξυλινη πορτα αριστερα οδηγουσε σ' ενα πολυφορτωμενο μ' επιπλα σαλονι ενω η αντιστοιχη δεξια σε μια λιτη, συμμαζεμενη βιβλιοθηκη.
Στο τελος του διαδρομου ανοιξε την πορτα που οριοθετουσε την κουζινα μ' ενα κακο προαισθημα που ομως δεν δικαιωθηκε. Η τεραστια κουζινα ηταν τακτοποιημενη και καθαρη. Αν εξαιρουσε κανεις την σκονη που ειχε θρονιαστει για τα καλα παντου και κοιταζε με μισο ματι τον εισβολεα ολα τ' αλλα ηταν, παραδοξως, στην εντελεια. Αυτο προσθεσε λιγο μποι στην αισιοδοξια του μα ηξερε πως υπηρχαν κι αλλα για να δει. Οπως τις δυο πορτες που υπηρχαν εκατερωθεν λιγο πριν την κουζινα.
                    =============================
Μια τεραστια πετρινη σκαλα αρχιζε αμεσως μετα την αριστερη πορτα που οδηγουσε στο υπογειο μα επελεξε να εξερευνησει τον χωρο καποια αλλη στιγμη. Η δεξια εκρυβε απο τα ματια του επισκεπτη μια παλαι ποτε πολυτελη τουαλεττα που υπεφερε κι αυτη απο τα συμπτωματα της σκονης. Αν παρεβλεπε καποιος αυτο το γεγονος ο χωρος ηταν πεντακαθαρος.
Βαδισε αναποδα τον διαδρομο και σταθηκε στο κεφαλοσκαλο της στριφογυριστης ξυλινης σκαλας. Μ' εξαιρεση το τριξιμο σ' ολα τα σκαλοπατια η σκαλα φαινοταν υγιεστατη. Στα δεξια πολυκαιρισμενοι πινακες κρεμονταν σ' εναν τοιχο που φωναζε απο μακρια πως χρειαζοταν βαψιμο κι εκει κοντοσταθηκε. Δεν υπηρχε ουτε μια προσωπογραφια, μονο τοπια που του ηταν παντελως αγνωστα. Περιμενε πως ο θειος του θα ειχε καποιον οικογενειακο πινακα μα διαψευστηκε. Εφτασε στο κεφαλοσκαλο και σταματησε. Το παχυ, κοκκινο χαλι που ηταν στρωμενο κατα μηκος του διαδρομου τραβηξε το ματι του. Μετα ηταν οι πορτες που υπηρχαν που του κινησαν το ενδιαφερον κι αρχισε να τις ανοιγει.
                         =============================
Η κεντρικη κρεββατοκαμαρα οπως και οι δυο ξενωνες ηταν σε αρκετα καλη κατασταση κι αν βρισκοταν καποιος ν' ανοιξει τα παραθυρα να μπει φρεσκος αερας και ξεσκονιζε υποτυπωδως θα εδειχναν ακομα καλυτερα. Ο διαδρομος τελειωνε σ' ενα τεραστιο παραθυρο που οι βαριες κουρτινες του ξεγελουσαν για το μεγεθος του. Ομως αυτο που του τραβηξε το ενδιαφερον ηταν η καταπακτη που υπηρχε λιγο πριν το παραθυρο, ακριβως πανω απο το κεφαλι του, στο ταβανι.
Τραβηξε τον χαλκα που προεξειχε και μια σκαλα ξυλινη παραλιγο να τον αποκεφαλισει με την ταχυτητα που επεσε μπροστα του. Καλμαρε τους χτυπους της καρδιας του απο το αναπαντεχο συμβαν και ανεβηκε την σκαλα. Ξεπροβαλλε το κεφαλι του στο ανοιγμα και κοιταξε ολογυρα.
-'Υπαρχει και σοφιτα λοιπον' σκεφτηκε κι αναρωτηθηκε σε τι κατασταση να ηταν αφου το προχωρημενο της ωρας σε συνδυασμο με την αγνοια του για το που μπορουσε να ειναι ο διακοπτης για το φως δεν του επετρεπαν να βλεπει ουτε την μυτη του. Κατεβηκε, εσπρωξε την σκαλα προς τα πανω, εκλεισε την καταπακτη και κατεβηκε στον κατω οροφο.
                       ===========================
Βρηκε ενα μπουκαλι ουισκι στο σαλονι, πηρε κι ενα ποτηρι απο την κουζινα και θρονιαστηκε σε μια βελουδινη πολυθρονα στην βιβλιοθηκη. Ενοιωσε ολη την ενταση που τον συντροφευε εδω και ωρες ν' ατονει σταδιακα και τις σκεψεις του να καθαριζουν. Αρχισε να ξετυλιγει το κουβαρι απο την αρχη σε μια αποπειρα να οργανωσει τις κινησεις του απο δω και περα.
Οταν εκεινος ο δικηγορος τον ειχε προσκαλεσει στο γραφειο του ειχε παραξενευτει στην αρχη. Του εξηγησε με απλα λογια πως ο θειος του ειχε αποβιωσει και πως του κληροδοτουσε την επαυλη του στην κομητεια του Μπερλινγκ. Την αρχικη χαρα διαδεχτηκε ο προβληματισμος οταν μεσα απο νουμερα ο δικηγορος του ειχε κανει ξεκαθαρο πως δεν ηταν σε θεση να την συντηρησει. Ηταν προτιμοτερο να εβρισκε καποιον αγοραστη κι αυτο ηταν κατι που θα επιτυγχανε μονο αν πηγαινε εκει. Ο δικηγορος ειχε δικιο. Ηταν αδυνατον να συντηρησει ενα τετοιο σπιτι, τοσο μακρια. Αυριο θα πηγαινε στο Μπερλιγκ, σε καποιο μεσιτικο γραφειο και θα τους εξουσιοδοτουσε για την πωληση.   
                      ===========================
Το σπιτι αξιζε πολλα μα θα επιανε την πραγματικη του τιμη αν ειχε ενα μηνα στην διαθεση του να προβει στις απαραιτητες επιδιορθωσεις. Δυστυχως με τον περιορισμενο του χρονο ηταν αναγκασμενος να το δωσει οπως ηταν, εγκαταλελειμενο κι αφροντιστο, και θα εχανε σιγουρα πολλα χρηματα. Ολα αυτα βεβαια αν βρισκοταν καποιος να το αγορασει αμεσα. Διαφορετικα ο χρονος θα κυλαγε εις βαρος του καθως θα επρεπε να πληρωνει απο την τσεπη του και το μεσιτικο γραφειο. Η κληρονομια ερχοταν την καταλληλη στιγμη, μια στιγμη που χρειαζοταν αμεσα μετρητα για ν' αγορασει εκεινο το κουκλιστικο διαμερισμα στην Νεα Υορκη.
Ο κεραυνος πρεπει να ειχε πεσει πολυ κοντα γιατι ο θορυβος τον εκανε να πεταχτει πανω χυνοντας το ποτο του. Ταυτοχρονα τα φωτα τρεμοπαιξαν μια- δυο φορες και η γλυκια, ποτιστικη βροχη που ειχε ξεκινησει εδω και ωρα μεταβληθηκε σε καταιγιδα.
Τα ματια του καρφωθηκαν ικετευτικα στον μεγαλο πολυελαιο σε μια βουβη παρακληση να συνεχισει να φωτιζει. Το μονο που του ελειπε ηταν μια διακοπη ρευματος.  
                   ==============================
Αρχισε να ψαχνει την βιβλιοθηκη για καποιο φακο σε περιπτωση αναγκης μα επιασε τον εαυτο του να χαζευει τα βιβλια που καταλαμβαναν τους τρεις τοιχους του δωματιου. 
Νεκρονομικον, Χειρογραφο Βοινιτς, Υπνερωτομαχια Πολυφιλου, Ενωχιανες Πινακιδες, Τα Βιβλια του Κθουλου, Delomelanikon, The Nine Gates Of The Kingdom Of Shadows, Το Βιβλιο Του Τζιαν, Ενωχιανες Πινακιδες κι ενα σωρο ακομα που παντα πιστευε πως ηταν ανυπαρκτα.
Εριξε μια προσεκτικη ματια σ' ολο το χωρο και ριγησε. Μικρα τερατωδη αγαλματιδια που παρισταναν εφιαλτικους δαιμονες ηταν σπαρμενα στο χωρο, ανατριχιαστικοι πινακες βδελλυρης φαντασιας κρεμονταν στους τοιχους κι αλλα αποκοσμα αντικειμενα του πιστοποιησαν αυτο που ειχε σκεφτει. Ο θειος του ηταν μπερδεμενος σε αποκρυφα διχτυα, βυθισμενος σ' εναν κοσμο μαγειας και μαγγανειας, ισως και δαιμονολατρειας κι αυτο τιποτα καλο δεν προμηνυε. Λαθος. Ανοιγοντας ενα συρταρι, κατω απο μια στοιβα σημειωσεις σε ακαταλαβιστικη γλωσσα και ανιερα σκιτσα βρηκε αυτο που εψαχνε. 
                    =============================
Θα μπορουσε να ειναι ενας απλος φακος αν δεν ειχε αυτα τα υπεροχα σχεδια και τις λεξεις σε αγνωστη γραφη σκαλισμενα στη λαβη του.  Ισως να επιανε  καλη τιμη σε καποιο παλαιοπωλειο, και οχι μονο αυτος αλλα και αλλα απο τα αντικειμενα που τον περιτριγυριζαν. Πρωτη του δουλεια το επομενο πρωι πριν παει στο Μπερλιγκ να συγκεντρωσει ολα τα αντικειμενα που το ματι και η διαισθηση του του ελεγαν πως μπορει να ειχαν καποια αξια. Το σπιτι μπορουσε να πουληθει και χωρις αυτα. Πιεσε το κουμπι ν' αναψει το φακο μα δεν εγινε τιποτα.
-'Μπαταριες' σκεφτηκε και ανοιξε το περιβλημα. Μαλιστα, αυτο ηταν περιεργο. Δεν υπηρχε πουθενα υποδοχη για μπαταριες. Τον χτυπησε μερικες φορες στο χερι του μηπως και λειτουργησει μα παλι δεν εγινε τιποτα. Τον αφησε πανω στο γραφειο εκνευρισμενος και εκατσε στην αναπαυτικη πολυθρονα. Πιο πολυ το ενοιωσε παρα ειδε κατι το συγκεκριμενο.
Το φως στην βιβλιοθηκη ελλατωνοταν σταδιακα. Οχι, το φως ηταν σταθερο γιατι τιποτα δεν τρεμοπαιζε. Μα τι στο διαβολο συνεβαινε και λιγοστευε το φως ?  
                 ============================
Παρατησε το ποτο του και σηκωθηκε με μια παγωμαρα στην καρδια. Το φως συνεχιζε να θαμπωνει και να ξεθωριαζει. Σε λιγα λεπτα το δωματιο θα ειχε βυθιστει στο σκοταδι. Μια ανεξηγητη παρορμηση τον εκανε να κοιταξει προς το φακο. Του κοπηκε η ανασα.
Οχι, το φως ηταν εκει σταθερο κι αναλλοιωτο, απλα χανοταν σταδιακα γιατι ο φακος που ηταν στραμμενος προς το μερος του εμοιαζε να φεγγει σκοταδι. Ηταν τρελο αυτο που εβλεπε μα τα ματια του ηταν αδιαψευστος μαρτυρας. Ο φακος αντι να σκορπιζει φως ξερνουσε σκοταδι, ενα σκοταδι που καλυπτε με μεγαλυτερη ταχυτητα ολη την βιβλιοθηκη. Δοκιμασε να παει προς το φακο μα ενοιωσε ενα απιστευτο κυμα φρικης να πεφτει με ορμη πανω του. Ηταν οτι πιο παραλογο ειχε βιωσει ποτε μα ηταν σχεδον σιγουρος πως αυτο το σκοταδι ηταν ζωντανο. Δεν μπορουσε να το αγγιξει, να το μυρισει, μα το εβλεπε να πολλαπλασιαζεται μπροστα του. Το ενστικτο του τον διεταξε απεγνωσμενα να φυγει οσο μπορουσε πιο γρηγορα απο κει μεσα.
Τα ποδια του υπακουσαν και ορμησε εξω απο το δωματιο.
               ================================
Το αρχεγονο σκοταδι πεινουσε. Φυλακισμενο απο την αρχη του χρονου απλα υπηρχε χωρις να μπορει να ικανοποιησει τις μιαρες αναγκες του. Ειδε την τροφη του κατω απο μια μεγαλη πηγη φωτος και πλησιασε απο παντου. Η τροφη εβγαζε ακατανοητους ηχους μα αυτοι διακοπηκαν βιαια οταν την σκεπασε και την απορροφησε. Ενοιωσε καλυτερα μα χρειαζοταν να φαει κι αλλο. Η πεινα του εμοιαζε ακορεστη μα ηταν σιγουρο πως αυτο δεν ηταν το τελευταιο του γευμα. Καλυψε ολο το σπιτι και συνεχιζε να γιγαντωνεται οσο ο φακος παρεμενε ανοιχτος.
Εξω απο το σπιτι συναντησε κατι που ηταν ολοιδιο μ' αυτο με μια μικρη διαφορα. Ολο εκεινο το μαυρο που τυλιγε τα παντα ηταν νεκρο. Το ενσωματωσε μονομιας και συνεχισε να επεκτεινεται. Συντομα διεκρινε στο βαθος κι αλλα φωτα και τροφες, σαν κι αυτη που μολις ειχε καταναλωσει, που κινουνταν κατω απ' αυτο. Απλωσε τα πεπλα του με ακομα μεγαλυτερη δυναμη και ορμη. Δεν ηξερε που ειχε βρεθει και δεν το ενοιαζε. Το μονο που ειχε σημασια ηταν να κορεσει την απυθμενη πεινα του που οχι μονο δεν κοπαζε αλλα αυξανοταν συνεχως. 



                                              ΤΕΛΟΣ

Σάββατο 10 Οκτωβρίου 2015

  ΜΙΑ ΥΠΟΣΧΕΣΗ ΣΤΗ ΣΚΙΑ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ



                    ΚΕΦΑΛΑΙΟ 66




Το πρωτο αχνο, πρωινο φως ειχε ηδη κανει την εμφανιση του και το μονο που ειχε καταφερει ηταν να φερει στην επιφανεια ολη την ασχημια και την βρωμια που εντεχνα εκρυβε η νυχτα κατω απο τα σκοτεινα της πεπλα. Αλλη μια μερα στο Ιστ Εντ, μια μερα που τιποτα καινουριο η ομορφο δεν ειχε να επιδειξει παρα μονο την μουνταμαρα και την αθλια μονοτονια που δυναστευε αυτην την κακοφημη και υποβαθμισμενη συνοικια. Ο Σραπ αδιαφορουσε για ολα αυτα ετσι κι αλλιως. Η δουλεια που του ειχε αναθεσει ο Ντεννις ο Σκαντζοχειρος ηταν πολυ συγκεκριμενη και αυτο ηταν και το μοναδικο πραγμα που τον απασχολουσε. Αδιαφορουσε ακομα και για τα τσιμπηματα που ενοιωθε τετοιες μερες, πλημμυρισμενες στην υγρασια, στα πλευρα απο τοτε που εκεινο το αναθεματισμενο θραυσμα ειχε χωθει μεσα του, ενα θραυσμα που του ειχε δωσει το παρατσουκλι Σραπνελ που κι αυτο ειχε μεταβληθει σταδιακα σε Σραπ.
Ηταν τοσο βυθισμενος κι απορροφημενος στις σκεψεις του που παραλιγο να συγκρουστει μ' ενα διαβατη. Αλλες φορες αυτο θα ηταν καλη ευκαιρια για καυγα απο το πουθενα, οχι ομως τωρα.
                   =============================
Απεφυγε την τελευταια στιγμη την συγκρουση μ' εναν αφηρημενο πεζο και κοντοσταθηκε στην ακρη του δρομου. Επρεπε καπου να ρωτησει για τον Μπλανκο Αμαριγιο, η περιοχη ηταν μεγαλη και ο κοσμος πολυς. Ενας Ισπανος θα ξεχωριζε στα σιγουρα απ' ολους τους αλλους οποτε καποιος θα ηξερε να του δωσει πληροφοριες. Αγγιξε τον κυβο που ειχε παντα μαζι του.
Δεν υπηρχε καποιο σημειο ζωης, ηταν ακομα μακρια απο τον αγνωστο στοχο του. Αναρωτηθηκε αν η αρχαιολογος θα ηταν ενταξει και αυτο συνειρμικα τον πηγε στην επομενη σκεψη. Αραγε το ταγμα γνωριζε πως ειχε επιστρεψει απο την χωρα των σκιων ? Κι αν ναι, ποτε θα ηταν  επομενη κινηση τους ? Γιατι δεν ειχε καμια αμφιβολια ως προς το ποια θα ηταν.
Ειδε ενα φουρνο στην απεναντι μερια του δρομου. Αυτο ηταν ενα ενδεδειγμενο σημειο για να κανει τις ερωτησεις που ηθελε και να παρει τις πληροφοριες που χρειαζοταν.
Διεσχισε προσεκτικα τον δρομο κι εφτασε εξω απο τον φουρνο. Ηταν προαισθημα αυτο που του ελεγε πως καπου εκει βρισκοταν η ακρη του κουβαριου που επρεπε να ξετυλιξει.
                 =================================
Δεν ειχε προλαβει καν να πατησει ποδι στην εφημεριδα οταν ο αρχισυντακτης μαινομενος τον εστειλε παλι εξω στον δρομο για να βρει οτι μπορουσε για τον νεο φονο που ειχε διαπραχθει αργα το βραδυ. Αυτο ηταν ειδηση πραγματικα ! Σκεφτηκε το ραντεβου του με την Νταιανα και κουνησε απελπισμενα το κεφαλι. Μια απ' αυτες τις μερες η σχεση μεταξυ τους θα πηγαινε κατα διαβολου με τον ρυθμο που εργαζοταν μα αυτο ηταν κατι με το οποιο θα ασχολουνταν μετα. Τωρα προειχε ο φονος. Προσευχηθηκε να ειναι στο τμημα η Μαγκι Τομπσον. Παντα του εδινε πληροφοριες οποτε συνεβαινε κατι, ηλπιζε πως το ιδιο θα συνεβαινε και τωρα.
Δυο φορες κοντεψε να ποδοπατηθει απο αμαξες καθως διεσχιζε το δρομο σαν το μανιακο, αλλες τοσες φορες βρεθηκε στο νοτισμενο πλακοστρωτο εξ' αιτιας της βιασυνης του, ομως οταν αντικρυσε απεναντι του το αστυνομικο τμημα ηξερε βαθια μεσα του πως αυτη τη φορα ειχε κανει την διαδρομη απο την εφημεριδα πιο γρηγορα απο ποτε.
Ανεβηκε τα εξωτερικα σκαλια τρια τρια και ορμησε μεσα. 
                       ==============================
Σε μερικες ωρες συμπληρωνε δυο μερες στο Παρισι αλλα δεν ειχε ευχαριστηθει τιποτα. Κατω απο αλλες συνθηκες δεν θα χορταινε αυτην τη υπεροχη πολη μα με τα δεδομενα που υπηρχαν ενοιωθε σαν κυνηγημενο αγριμι που επρεπε συνεχως να εξασφαλιζει το κρησφυγετο του.
Ακουμπησε στην ακρη μιας γεφυρουλας και εστιασε στα βιαστικα νερα του Σηκουανα που περνουσαν απο κατω της. Προσπαθησε ν' αδειασει το μυαλο της απ' ολες τις ασχημες σκεψεις και προς στιγμη τα καταφερε. Το ελαφρυ, δροσερο αερακι μεταβληθηκε υπουλα σ' ενα παγωμενο κυμα ψυχους που εντεινοταν οσο περναγε η ωρα και το σκοταδι πυκνωνε. Εριξε μια τελευταια ματια στον αδιαφορο για τα προβληματα της ποταμο και πηρε το δρομο της επιστροφης για το ξενοδοχειο της. Βαδιζε μηχανικα αγνοωντας τον περιγυρο κι αυτο της κοστισε. Παιρνοντας μια απαραιτητη στροφη βρεθηκε σ' ενα κακοφωτισμενο στενο και ειδε τους δυο αντρες που κρυβονταν στη σκια παρα μονο οταν ηταν ηδη πολυ αργα. Ενα αποτομο ανακατεμα κι ενας κομπος στο στομαχι εμφανιστηκαν απο το πουθενα.
                        ==========================
Κολλησε σ' εναν τοιχο κι εκλεισε ενστικτωδως τα ματια. Ετσι δεν της δοθηκε ποτε η δυνατοτητα να δει μια τριτη αντρικη φιγουρα που ξεκολλησε απο τις σκιες και ορμησε αστραπιαια πανω στους δυο αντρες. Ο θορυβος την αναγκασε ν' ανοιξει ξανα τα ματια της και ειδε τους δυο υποψηφιους ληστες να κειτονται χτυπημενοι στο δρομο. Ο αγνωστος της ετεινε το χερι και μουρμουρισε κατι στα γαλλικα. Του εκανε ενα νοημα πως δεν καταλαβαινε κι ο αντρας επανελαβε την φραση του στην μητρικη της γλωσσα, τα ισπανικα, κι αυτο την εκανε να νοιωσει ξαφνικα πολυ οικεια. Ετρεμε ακομα οταν αποσπαστηκε απο τον τοιχο της.
-'Ειστε καλα' ? Δεν χρειαζεται να φοβαστε' ειπε ο αντρας.
-'Σας ευχαριστω πολυ' απαντησε με ελαφρα σπασμενη φωνη. 'Αν δεν ησασταν εσεις δεν ξερω'...σταματησε την φραση της προσπαθωντας να φερει την ανασα της σε κανονικο ρυθμο.
-'Μπρουνο Πετσαι' ειπε ο αγνωστος κανοντας μια βαθια υποκλιση.
-'Μορενα Μοριεντες' απαντησε η κοπελα ασυναισθητα. 'Σας ευχαριστω και παλι'.
                           ============================
Δεχτηκε με χαρα την προταση του να την συνοδεψει μεχρι το ξενοδοχειο της και στο λιγοστο της διαδρομης λεχθηκαν αρκετα. Την καληνυχτισε ευγενικα και χαθηκε στο σκοταδι με τον ιδιο τροπο που ειχε εμφανιστει. Λιγα λεπτα αργοτερα στο δωματιο της προσπαθουσε να βαλει σε μια ταξη τις σκεψεις της. Οχι, δεν μπορουσε πια να παραμεινει σε μιαν αγνωστη πολη. Ηταν τυχερη σε σχεση με το περιστατικο που ειχε συμβει πριν λιγο μα την επομενη ισως να μην ηταν. Ειχε ηδη παρει την αποφαση της και μιση ωρα αργοτερα βρισκοταν στην αμαξα που θα την πηγαινε στο Καλαι. Χιλιες φορες στο Λονδινο με τις οποιες οδυνηρες συνεπειες μπορουσε να εχει αυτο παρα μονη της στο ελεος του αγνωστου. Ειχε εξοφλησει το ξενοδοχειο και ειχε ενημερωθει πως υπηρχε καραβι για την απεναντι μερια που θα προλαβαινε αν εφευγε εκεινη τη στιγμη. Η ιδεα πως θα συντομα θα συναντουσε τον ξενο που της ενεπνεε μια ανεξηγητη εμπιστοσυνη την εκανε να νοιωσει καλυτερα. Κουρνιασε πιο αναπαυτικα στο καθισμα της και περιοριστηκε στο να χαζευει το εξωτερικο τοπιο.
                          ==============================
-'Οτι συμφωνησαμε' τους ειπε και πεταξε προς το μερος τους μερικα κερματα. Οι δυο αντρες τα μαζεψαν βιαστικα απο το δρομο, κοντοσταθηκαν για λιγο κι εξαφανιστηκαν τρεχοντας.
Ο Μπρουνο Πετσαι εκανε σημα σε μια αμαξα, μπηκε μεσα κι εδωσε την κατευθυνση στον αμαξα. Το σχεδιο ειχε λειτουργησει αλανθαστα κι ολα πηγαιναν οπως ηθελε.
Ειχε ολη την ενημερωση που χρειαζοταν απο το κρυφο μα ενεργο παρακλαδι του ταγματος στο Παρισι για τις κινησεις των δυο φυγαδων. Αυτο που δεν γνωριζε ηταν το που θα πηγαινε μετα ο στοχος του. Ετσι, αφου πληρωσε δυο αλητες για την σκηνοθετημενη επιθεση στην κοπελα, το μονο που ειχε να κανει ηταν να περιμενει ποσο ακομα θα αντεχε να μεινει μονη της σε μια τοσο επικινδυνη πολη. Ουτε ο ιδιος δεν πιστευε πως τα ειχε μαζεψει το ιδιο βραδυ κιολας. Ηξερε πως θα πηγαινε να συναντησει τον αντρα που κυνηγουσε, το μονο που ειχε να κανει ηταν να την παρακολουθησει. Αυτο που επρεπε να προσεξει ηταν να μην τον αντιλαμβανοταν μεσα στο καραβι. Ολα τ' αλλα απλα θα συνεβαιναν μονα τους.
                             ============================
-'Τι φωνες ειναι αυτες που ακουγονται' ? ρωτησε ο Μπλανκο ενω ταυτοχρονα σηκωνοταν απο το κρεβατι προσπαθωντας να βρει ισοροπια.
Η Λουσυ πλησιασε το παραθυρο και κοιταξε εξω.
-'Δεν μπορω να καταλαβω' ειπε. 'Υπαρχει μια εντονη κινητικοτητα εξω' προσθεσε.
-'Καλα, ασε, θα δω μονος μου τωρα που θα κατεβω κατω' εκανε βαριεστημενα ο Μπλανκο.
-'Θα φυγεις' ? εκανε μ' ενα τονο απογοητευσης στη φωνη της η κοπελα. 'Δεν θα περιμενεις τον Γουες ? Ειπε πως θα επεστρεφε συντομα για να δει πως εισαι'.
-'Μια χαρα ειμαι' απαντησε αποτομα ο αντρας. 'Δεν θα κλειστω μεσα περιμενοντας τον Γουες. Εξ' αλλου και συ πρεπει να πας στη δουλεια σου, δεν θα κατσεις εδω να με νταντευεις'.
Η αναφορα στη 'δουλεια' της της εφερε μια στιγμιαια αμηχανια. Μονο στιγμιαια.
-'Τοτε αφου δεν χρειαζομαι εδω να πηγαινω' ειπε. Διχως να περιμενει απαντηση βαδισε στην πορτα. 'Η δουλεια δεν περιμενει κανεναν ετσι δεν ειναι' ? συμπληρωσε με μια πικρα και βγηκε απο το δωματιο αφηνοντας τον Μπλανκο με μια εκφραση αποριας στο προσωπο.
                      =============================
Μερικες φορες δυσκολευοταν να καταλαβει τι υπηρχε στο μυαλο της Λουσυ. Ηταν η πιο επιτυχημενη πορνη στην περιοχη, εβγαζε χρηματα, επελεγε η ιδια την πελατεια της κι ομως ενοιωθε πως καποιες φορες αυτο σαν να την επνιγε, να την αρρωσταινε. Αλλες θα σκοτωναν για να μπορουσαν να εχουν εστω τα μισα απ'οσα ειχε καταφερει ν' αποκτησει η Λουσυ.
-'Γυναικες' ειπε μεγαλοφωνα ο Μπλανκο κουνωντας το κεφαλι του. 'Καποια πραγματα τελικα ειναι ακομα πιο μυστηρια οταν εχεις την αισθηση πως ειναι ευκολως κατανοητα'.
Ανοιξε την πορτα κι αρχισε να κατεβαινει τις σκαλες κι αυτο του εφερε εναν προσωρινο ιλιγγο. Επρεπε κατι να κανει με το ποτο, δεν μπορουσε να συνεχισει αλλο ετσι. Αν συνεχιζε μ' αυτους τους ρυθμους στο τελος θα στερουσε απο το Ντεννις τον Σκαντζοχειρο την απολαυση του να ειναι αυτος που θα τερματιζε την υπαρξη του. Αναλογιστηκε τα χρηματα που του χρωσταγε κι ανασηκωσε τους ωμους του. Επρεπε να κανει υπομονη, θα τον εξοφλουσε καποια στιγμη, απλα η στιγμη αυτη δεν ειχε φτασει ακομα. Βγηκε στον δρομο κι ανεπνευσε τον πρωινο αερα.
                            ==============================
Χρειαστηκαν λιγα λεπτα μονο για να ενημερωθει για το τι ειχε συμβει. Δευτερος φονος, πολυ κοντα χρονικα με τον πρωτο, ιεροδουλης κι αυτος και στην ιδια ενορια, στο Γουαιτσαπελ του Ιστ Εντ. Αυτο ηταν κατι πρωτογνωρο. Συνειδητοποιησε πως ο Γουες θα ετρεχε για το ρεπορταζ οποτε ηταν αγνωστο το ποτε θα εμφανιζοταν. Σηκωσε ψηλα το κεφαλι στο παραθυρο που αντιστοιχουσε στο δωματιο της Λουσυ. Προς στιγμην μπηκε στο πειρασμο ν' ανεβει παλι επανω και να την ενημερωσει για το τι ειχε συμβει μα αλλαξε γνωμη. Η Λουσυ ηταν ασφαλης, δεν κινδυνευε αλλα δεν μπορουσε να πει το ιδιο και για τον εαυτο του. Ο Ντεννις θα εστελνε αργα η γρηγορα καποιον να εισπραξει τα χρηματα του κι αυτος δεν ειχε ουτε σελλινι πανω του.
Ηταν κι αυτη η συναντηση που θα ειχαν σε λιγο η ομαδα αρχαολογων του Λονδινου που επρεπε οπωσδηποτε να παει μηπως και καταφερνε να εξασφαλισει καποια προσωρινη χρηματοδοτηση που θα τον εβγαζε απο το αδιεξοδο. Μετα θα περνουσε μια βολτα απο την παμπ της Μολλυ και ευελπιστουσε πως καποια στιγμη θα συναντιοταν και με τον Γουες που θα ειχε σιγουρα πληροφοριες για τον καινουριο φονο.




Τρίτη 6 Οκτωβρίου 2015

 ΜΙΑ ΥΠΟΣΧΕΣΗ ΣΤΗ ΣΚΙΑ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ



                      ΚΕΦΑΛΑΙΟ 65





Το χτυπημα στην πορτα τον επανεφερε στην πραγματικοτητα διακοπτοντας τις σκεψεις του αποτομα. Ανοιξε και ειδε την μικροκαμωμενη φιγουρα της Σιρλευ Ντιξον απο πισω.
-'Ελα Σιρλευ, περασε' ειπε.
Η κοπελα μπηκε βιαστικα, εριξε μια ματια στον αντρα που κοιμοταν βαθια και μιλησε.
-'Αυτα μου τα εδωσε η Μολλυ' εκανε δειχνοντας το δεμα που κρατουσε στα χερια της. 'Όταν ξυπνησει θα πειναει σιγουρα και η Μολλυ φανταστηκε πως'....
Αφησε τη φραση της να σβησει ενω ενα περιλυπο υφος σχηματιστηκε στο προσωπο της.
-'Αν συνεχισει ετσι κυριε Γουες'....εκανε να ξεκινησει να λεει μα παλι αφησε ανολοκληρωτη την προταση της.
-'Πες στην Μολλυ χιλια ευχαριστω' απαντησε ο δημοσιογραφος. 'Αν δεν ηταν κι αυτη δεν ξερω τι θα ειχε απογινει' ειπε κι εδειξε ταυτοχρονα με το χερι του την κοιμισμενη φιγουρα.
-'Ολοι μας τον συμπαθουμε κυριε Γουες' απαντησε η κοπελα. 'Ακομα και ο Λιο. Μην βλεπετε που μερικες φορες τον πειραζουν. Κατα βαθος ολοι τον συμπαθουνε. Αν χρειαστειτε οτιδηποτε μην διστασετε' εκανε ενω βαδιζε αργα προς την εξοδο. Ο Γουες κουνησε το κεφαλι καταφατικα κι εκλεισε πισω του την πορτα μολις βγηκε η κοπελα. 
                          =============================
Ναι, ολοι τον συμπαθουσαν, με τον ενα η τον αλλο τροπο τελικα, σκεφτηκε ο Γουες. Ολοι εκτος απο τον ιδιο του τον εαυτο. Τα ειχε καταφερει να μπλεξει σχεδον με ολους οσους θα επρεπε κανονικα ν' αποφευγει και ηταν πραγματι αξιον αποριας πως ηταν ακομα αρτιμελης. Τυχη ? Συμπτωση ? Αστρο ? Οτι και να ηταν καποια στιγμη θα στερευε και τοτε ο σπανιολος θα βρισκοταν αντιμετωπος με την πραγματικοτητα, μια πραγματικοτητα ζοφερη και ασχημη.
Εριξε μια ματια στο ρολοι του. Ειχε αργησει στο ραντεβου του με την Νταιανα κι αυτο δεν ηταν καθολου καλο γιατι ειχε δεχτει τελεσιγραφα πολλα το τελευταιο διαστημα εκ μερους της και καποια στιγμη θα εξαργυρωνονταν με ασχημες συνεπειες γι αυτον. Πηρε τα πραγματα του, εριξε μια ματια στον κοιμισμενο αντρα και βγηκε απο το δωματιο. Προχωρησε τον διαδρομο και χτυπησε την πορτα που υπηρχε ακριβως απεναντι.
-'Ποιος ειναι' ? ακουστηκε μια γυναικεια φωνη απο μεσα.
-'Ο Γουες ΜακΓκιντυ ειμαι Λουσυ, ανοιξε σε παρακαλω'. 
                                ===========================
Η υγρασια αδιαφορουσε αν το ημερολογιο υποστηριζε πως ηταν Αυγουστος, καλοκαιρινος μηνας, εστω κι αν η τελευταια του μερα θα ξεκιναγε σε λιγο. Ειχε καλυψει οσο το δυνατον περισσοτερο το μεγαλυτερο τμημα στο Γουαιτσαπελ και οσο προχωρουσε το βραδυ οχι μονο δεν φαινοταν να υποχωρει αλλα γινοταν ακομα πιο εντονη. Η Μαιρη Αν Πολυ Νικολς την ενοιωθε για τα καλα εδω και ωρα στα χερια και τα ποδια μα τωρα κι αλλα γυμνα σημεια του σωματος της ειχαν αρχισει να επηρεαζονται. Ετριψε το πανω μερους του εκτεθειμενου μπουστου της προσπαθωντας ν' απομακρυνει, εστω και προσωρινα, την εντονη δροσια που ειχε επικαθησει. Ειχε καμποση ωρα που βρισκοταν στην γωνια Οσμπορν και Γουαιτσαπελ και η μονη ζωσα ψυχη που ειχε δει μεχρι στιγμης ηταν ενας μεθυστακας που προσπαθουσε να βρει ισοροπια σ' ενα τρικυμισμενο δρομο. Λιγα σελλινια ηταν η αποσταση που την χωριζε απο ενα ζεστο κρεβατι μα δεν τα εβλεπε να ερχονται απο καπου. Εριξε μια ματια αριστερα και δεξια και χαμογελασε. Καποιος ερχοταν απο το βαθος προς το μερος της.  
                ===============================
Βαδιζε αργα πανω στο υγρο, γλυστερο οδοστρωμα με κατευθυνση την γυναικεια φιγουρα που εστεκε στην γωνια. Απεφευγε εντεχνα το αναιμικο, χτικιαρικο φως που σκορπιζαν οι λαμπες του δρομου ενω τα ματια του ηλεγχαν εξονυχυστικα την περιοχη. Αυτη τη στιγμη ο ιδιος και εκεινη η γυναικα εμοιαζαν οι τελευταιοι ανθρωποι που υπηρχαν στο Λονδινο.
-'Αν εχεις λιγα σελλινια μπορουμε να περασουμε μια χαρα οι δυο μας' ειπε οταν ο αντρας εφτασε κοντα. Ο τελευταιος εβαλε το χερι στην τσεπη και οταν το εβγαλε στην παλαμη του υπηρχαν μερικα κερματα. Η γυναικα τα εξαφανισε με μια ταχυδακτυλουργικη κινηση.
-'Μ' αυτα εδω' ειπε χαμογελωντας 'θα νιωσεις βασιλιας, εστω και για λιγο'.
Ο αντρας χαμογελασε ενω ενα βλεμμα αρρωστημενης ηδονης εκανε την εμφανιση του.
-'Μωρε εσυ δεν κρατιεσαι' ειπε η Μαιρη Αν. 'Ελα' συνεχισε κι αρχισε να βαδιζει την Οσμπορν.
Ο αντρας ακολουθησε επιφυλακτικα, παντα ελεγχοντας τον περιγυρο. Η ερημια εξακολουθουσε να βασιλευει μαζι με την υγρασια που ειχε γινει ακομα πιο εντονη. 
                ============================
Το οτι η Λουσυ Μπανκροφτ νοικιαζε δικο της δωματιο μονο συμπτωματικο και τυχαιο δεν μπορουσε να θεωρηθει. Το υπεροχο εξωτερικο της παρουσιαστικο την ειχαν κανει μια απο τις πλεον ακριβοπληρωμενες πορνες της περιοχης, κατι που ειχε σαν αποτελεσμα να βγαζει τοσα που να μπορει να νοικιασει ενα δωματιο οπου δεχοταν τους πελατες της. Ψηλη, λεπτη, με φλογατο σγουρο κοκκινο μαλλι, τελειες αναλογιες, ξεχωριζε απ' ολες τις αλλες που παρακαλουσαν για ενα πελατη. Η Λουσυ πια αποφασιζε η ιδια ποιος θα κοιμοταν μαζι της κι αυτο ηδη προκαλουσε ζηλοφθονια και κακεντρεχεια απο μερους ολων των αλλων.
Ακομα κι ο Γουες, που δεν ειχε ματια γι αλλη εκτος απο την Νταιανα Μεισον, καθε φορα που την αντικρυζε του κοβοταν η ανασα. Μια τετοια φορα ηταν και τωρα. Τα ματια του διετρεξαν το ουσιαστικα γυμνο κορμι της απο πανω μεχρι κατω αφου η λεπτη, διαφανη ρομπα που φορουσε μαλλον τονιζε ακομα περισσοτερο τις καμπυλες της παρα τις απεκρυπτε.
Καθαρισε τον λαιμο του πριν ανοιξει το στομα του να μιλησει.
                         ===========================
-'Εχω αφησει τον Μπλανκο σε μαυρα χαλια παλι διπλα' ειπε 'και θα εμενα να τον προσεχω αλλα πρεπει να φυγω για μια επειγουσα δουλεια. Μπορεις να του ριχνεις μια ματια σε παρακαλω ? Με την πρωτη ευκαιρια θα ξαναρθω'.
-'Παλι επινε' ? εκανε απογοητευμενη η Λουσυ. Ο Γουες ανασηκωσε τους ωμους.  
-'Ενταξει Γουες, μην ανησυχεις, θα τον κοιταξω εγω, πηγαινε στη δουλεια σου' ειπε.
Ο δημοσιογραφος μουρμουρισε ενα ευχαριστω και κινησε να φυγει.
-'Και Γουες' συμπληρωσε η Λουσυ σταματωντας τον 'εισαι πραγματικος φιλος'.
Ο δημοσιογραφος γυρισε, χαμογελασε και απομακρυνθηκε.
-'Και η αληθεια ειναι πως δεν εχει πολλους απο δαυτους' μονολογησε χαμηλοφωνα η κοπελα.
Ανοιξε την πορτα του Μπλανκο και κουνησε απελπισμενα το κεφαλι της. Το δωματιο ειχε τα ιδια μαυρα χαλια οπως και ο νοικαρης του. Εριξε μια ματια στον κοιμισμενο αντρα και σηκωσε τα μανικια της ρομπας της. Μεχρι να ξυπνουσε ειχε χρονο να βαλει τα πραγματα σε μια ταξη.
                                 =============================
Ειχε πιασει δωματια σ' ενα μικρο, αποκεντρο, καθαρο ξενοδοχειο, οχι πολυ μακρια απο τις οχθες του Ταμεση. Ειχε επισης κατορθωσει να κανει τα ματια του ιδιοκτητη να γουρλωσουν οταν ζητησε δυο δωματια και ειχε πληρωσει και για τα δυο για μια ολοκληρη βδομαδα. 
-'Αν εμφανιστει καποια κοπελα και ζητησει τον Μπλανκο Αμαριγιο θα της δωσεις το κλειδι απο το δευτερο δωματιο διχως να ρωτησεις τιποτα' του ειχε πει. Αυτη ηταν και η τελευταια του κουβεντα με την Μορενα Μοριεντες. Αν επρεπε να εμφανιστει στο Λονδινο θα κοιταγε σε ολα τα ξενοδοχεια κοντα στις οχθες του Ταμεση ζητωντας δωματιο μ' αυτο το ονομα. Ετσι ουτε ο ιδιος θα ηταν υποχρεωμενος να βρισκεται ολη μερα εκει για παν ενδεχομενο ουτε η κοπελα θα εψαχνε στα τυφλα σε μια ολοκληρη πολη. Τα ματια του ξενοδοχου ειχαν γουρλωσει ακομα περισσοτερο οταν του ζητησε οδηγιες για το πως θα πηγαινε στο Ιστ Εντ. Οι προτροπες και προσπαθειες που εκανε για να τον πεισει πως αυτη δεν ηταν περιοχη για εναν κυριο σαν κι αυτον ειχαν πεσει στο κενο. Στο τελος ειχε απλα υπακουσει σε οτι του ειχε ζητηθει. 
                     =============================
Υπαρχει κατι το μαγικο στα γυναικεια χερια που κανενας αντρας, οσο σκληρα και να εχει προσπαθησει, δεν καταφερε ποτε ν' αποκρυπτογραφησει. Σαν να εχουν ζωη απο μονα τους ξεκινουν να καταπιανονται με πραγματα ακολουθωντας μια αορατη διαδρομη στα ματια καθε αντρα κατορθωνοντας στο τελος να βγαλουν αρχη, μεση και τελος στο φαινομενικα απολυτο χαος. Τα χερια της Λουσυ Μπανκροφτ δεν ηταν εξαιρεση σ' αυτον τον κανονα.
Εχοντας μεταμορφωσει κυριολεκτικα το δωματιο απο την πληρη ακαταστασια στην απολυτη συμμετρια εκατσε στο κρεβατι διπλα στον σπανιολο. Σε λιγο θα ξυπναγε, φαινοταν στις ακουσιες κινησεις που εκανε μεσα στον υπνο του. Του χαιδεψε απαλα τα μαλλια και η κινηση αυτη τον επανεφερε σε μια κατασταση γαληνης και ηρεμιας. Καπου στο μεταιχμιο του κοιμαμαι ακομα αλλα ξυπναω ανα πασα στιγμη το χερι του αρπαξε ασυναισθητα το μπρατσο της σαν να φοβοταν πως το χαδι θα μπορουσε να διακοπει ανα πασα στιγμη αποτομα. Την τραβηξε με μια εξαφνη κινηση προς τα μπρος αναγκαζοντας την να ξαπλωσει διπλα του.
             ===================================
Δεν ηξερε ποια ηταν η γυναικα στον υπνο του που προσπαθουσε αγωνιωδως να κρατησει κοντα του, αυτο που ηξερε ηταν πως αυτο το χαδι ηταν αυτο που ζητουσε. Συνεχισε να τον χαιδευει οταν ξαφνικα τα ματια του ανοιξαν. Ενα κυμα ντροπης την πλημμυρισε καθως θυμηθηκε πως ηταν ουσιαστικα γυμνη και αθελα της εκανε μια κινηση να κρυψει την γυμνια της.
-'Λουσυ' εκανε απορημενος καθως ειδε την φιγουρα της κοπελας απο πανω του.
-'Πεινας' ? ρωτησε η κοκκινομαλλα. 'Απ' οτι ειδα η Μολλυ σου εστειλε γευμα πλουσιοπαροχο'.
Ο Μπλανκο κουνησε καταφατικα το κεφαλι και την κοιταξε σαν να ρωτουσε τι ειχε συμβει.
-'Ο Γουες με παρακαλεσε να σε προσεχω  μεχρι να ξυπνησεις' ειπε η Λουσυ.
Ο σπανιολος ανασηκωθηκε λιγο κι εριξε μια ματια στο δωματιο μ' ενα υφος απορημενο.
-'Δεν ειχα τι να κανω μεχρι να ξυπνησεις' ειπε η κοπελα απολογητικα. 'Να σου φερω να φας' ?
Ο αντρας μουρμουρισε ενα 'ναι' και σε λιγο το γευμα της Μολλυ ηταν σ' ενα δισκο μπροστα του. Εκανε να μιλησει μα το δαχτυλο της κοπελας του σφραγισε τα χειλη.
-'Φαε τωρα και μετα τα λεμε' ειπε επιτακτικα.
                               ================================
Σταθηκε ακινητος για μερικα δευτερολεπτα θαυμαζοντας το εργο του. Τα ειχε καταφερει περιφημα, κατι που ειχε απορησει και τον ιδιο. Ενοιωθε το μυαλο του μεθυσμενο και θολωμενο καθως δεκαδες διασπαρτες σκεψεις διετρεχαν τον εγκεφαλο του. Ναι, τα ειχε παει περιφημα.
Το καλυτερο ομως απ' ολα ηταν πως κανεις δεν ειχε αντιληφθει τι ειχε κανει. Κι αυτο επρεπε να διασφαλισει πως ετσι θα εμενε. Σιγουρευτηκε πως κανενα αντικειμενο που θα μπορουσε να τον προδωσει δεν προεξειχε απο το παλτο του και πηρε μια βαθια ανασα.
Επανελαβε μεσα του ξανα και ξανα πως δεν ηταν τιποτα περισσοτερο απο ενας απλος ξεχασμενος νυχτερινος διαβατης στους δρομους του Ιστ Εντ και δεν θα επετρεπε σε τιποτα να το αμφισβητησει. Βγηκε προσεκτικα στην γωνια και ελεγξε τον δρομο. Κανεις.
Αρχισε να βαδιζει με αργο μα σταθερο βημα διχως να ριξει ουτε μια ματια πισω του. Συντομα το σκοταδι που ειχε για συμμαχο εκεινο το βραδυ του προσφερε την καλυψη που ζητουσε.
Ειχε ηδη ξεχασει το πτωμα της Μαιρη Αν Πολυ Νικολς που ειχε αφησει πισω του.